Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

20 Δεκεμβρίου 2011. Ώρα 17:20

Όπως κάθε μέρα έτσι κι εκείνη ξεκινήσαμε με τον αδερφό μου την ίδια διαδρομή από τα Πατήσια για να καταλήξουμε στο Σισμανόγλειο. Κατεβήκαμε στο υπόγειο όπου είναι η εντατική και περιμέναμε μαζί με τους υπόλοιπους συγγενείς να μας φωνάξουν έναν-έναν για να δούμε τους δικούς μας ανθρώπους. 

Είχαμε φτάσει στην 72η μέρα νοσηλείας στην εντατική, οπότε η διαδικασία μας ήταν γνωστή.  Μας φώναζαν τέταρτους κατά σειρά, έμπαινε, συνήθως, πρώτος ο αδερφός μου και μετά εγώ. Φορούσαμε την ποδιά, μία μάσκα και βάζαμε αντισηπτικό στα χέρια. Και μετά πηγαίναμε στο δωμάτιο της μαμάς. 

Εκείνη την ημέρα μας φώναξαν πρώτους και μας είπε η νοσοκόμα να μπούμε μαζί. Αυτή η αλλαγή από τα συνηθισμένα μας έκοψε τα πόδια και καταλάβαμε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Όσο βάζαμε τις ποδιές μας είπε πως η κατάσταση της μαμάς χειροτέρεψε από τα ξημερώματα. Δεν θυμάμαι αν η γυναίκα μας είπε και κάτι άλλο, γιατί έτρεξα στο δωμάτιο της μαμάς. Είχαν ρίξει το κρεβάτι της να είναι στην ευθεία. 

Η καθημερινή της εικόνα σκληρή: σωληνάκια σε όλο το σώμα, καθετήρες, σωλήνας τραχειοστομίας, αναπνευστήρας, τα μαλλιά της αραιωμένα, ειδικά παπούτσια στα πόδια για τις κατακλύσεις, πρησμένη από τα φάρμακα, ταλαιπωρημένη όσο δεν παίρνει. Τα χεράκια της στο πλάι με μηχανήματα που ήλεγχαν παλμούς και οξυγόνο. Μόνο που αυτή την φορά ήταν μισοβυθισμένη. 

Τα ματάκια της μισόκλειστα. Θυμάμαι πως κάθε φορά που είχε ανοιχτά τα μάτια και μας αναγνώριζε πετούσαμε στα ουράνια. Όχι αυτή την φορά, όμως. Το σώμα της όλο είχε πρηστεί. Το πρόσωπο της ήταν κόκκινο. Το μηχάνημα που της έριχνε την ντοπαμίνη βάραγε δυνατά, δεν έπαιρνε άλλο. Ο αδερφός μου δεν άντεξε να μείνει πολύ. Έγω έμεινα μέχρι να με διώξουν. Της χάιδευα το πρόσωπο, τα λιγοστά μαλλιά, τα χέρια της, την αγκάλιαζα απαλά να μην την πονέσω. Ήρθε μέσα μία άλλη νοσοκόμα, κάθισε δίπλα μου, με πήρε αγκαλιά και μου είπε πως η μαμά μου έχει ταλαιπωρηθεί αρκετά όλο αυτό τον καιρό και πρέπει να ξεκουραστεί, να πάει στον μπαμπά μου. Και να φροντίσω να φτιάξω την ζωή μου, για να με βλέπει από εκεί ψηλά και να με καμαρώνει. 

Γυρίσαμε σπίτι κομμάτια. Πήρα αγκαλιά την Μπέλλα και περίμενα να ξημερώσει η μέρα για να ξαναπάω στο νοσοκομείο και να μου πουν ότι ανέκαμψε και είναι καλύτερα. Το απόγευμα μιλούσα με την κουμπάρα μου στο τηλέφωνο όταν με πήρε ο αδερφός μου και μου είπε "Τζένη έρχομαι να σε πάρω". Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι, όμως, ότι ούρλιαζα τόσο πολύ, μέχρι που έκλεισε ο λαιμός μου. Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ζήτησα να δω την μαμά μου, αλλά μου είπαν "καλύτερα όχι, μην την δεις σε αυτή την κατάσταση". Εκεί τρελάθηκα.

Και εκεί  τελείωσαν όλα. Η επόμενη εικόνα είναι στην κηδεία. Ένα χρόνο μετά δεν μπορώ να θυμηθώ την μαμά μου να γελάει. Έχοντας βιώσει και τον θάνατο του μπαμπά μου, ξέρω πως αυτό θα πάρει καιρό. Αλλά ο πόνος του αποχωρισμού δεν περιγράφεται με λόγια.


Μαμά μου, αγαπημένη μου βασίλισσα, λείπεις από όλες τις στιγμές της ζωής μου. Άραγε μας βλέπετε εκεί που είστε; πονάτε; ή είστε καλά και χαμογελαστοί;
 

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Enough with the klapsomouniassis

Άλλη μία φορά πήγα σε ντέρμπι μαζί με το παρεάκι μου και πέρασα σούπερ! Γίναμε μούσκεμα, κρυώναμε, αλλά είχαμε κέφια και δικαιωθήκαμε. Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός 2-2 σε έναν πολύ ωραίο αγώνα, που άφησε εμάς τα βαζελάκια ευχαριστημένους, αν και απογοητευμένους, γιατί-κατά γενική ομολογία-αξίζαμε την νίκη.

Καταρχάς είδαμε ένα πολύ ωραίο ματσάκι, με την μπάλα πάνω-κάτω, με φάσεις και χωρίς παρατράγουδα. Είδα έναν Παναθηναϊκό να παίζει μπάλα-επιτέλους-φέτος. Ωραίες εναλλαγές, passing game,  δημιουργία φάσεων, μια χαρά για το υλικό που έχει. Είδα ένα Μαυρία να κάνει άλωση στην δεξιά πλευρά και να ανακηρύσσεται, δικαίως, man of the match. Είδα ένα Ζέκα να τρέχει για 90' ασταμάτητα. Είδα ένα Βιτόλο να κόβει και να μαρκάρει. Είδα ένα Χριστοδουλόπουλο, απλά. Είδα, γενικώς, ένα ωραίο σύνολο που είχα καιρό να δω. 



Γυρίζω σπίτι, ακούω και διαβάζω τα σχόλια των γραφικών γαύρων: "σας αφήσαμε να παίξετε". Γιατί ρε φίλε; μπήκες στο κλίμα των γιορτών και είπες να κάνεις αγαθοεργία; γιατί δεν λες ότι σε είχαν κλείσει και δεν μπορούσες να παίξεις; άλλο αγώνα έβλεπες; 2 λάθη κάναμε, 2 γκολ βάλατε! Πόσο λίγος είσαι και πόσο άθλιο είναι να το λες αυτό για την ομάδα σου; παίζεις από την έναρξη του πρωταθλήματος χωρίς αντίπαλο, είσαι μπροστά κάτι χιλιόμετρα και κάθεσαι και λες αυτό; σοβαρέψου φίλε Ολυμπιακέ. Πολύ υποτιμητικό. Με τους παίκτες που καυχιέσαι ότι έχεις, θα έπρεπε να μας είχες ρίξει 4 και όχι να σου έχει κοπή η αναπνοή στα τελευταία 20'!

Και εν κατακλείδι: δεν χαρήκαμε με την ισοπαλία. Με το παιχνίδι της ομάδας μας χαρήκαμε. Δεν θα ασχοληθώ με το αν είχε έρθει ο Ρότσα πιο νωρίς, πώς θα παίζαμε τώρα μπάλα. Μην ξεχνάμε πως ο γέρος Φερέϊρα μας κράτησε πέρυσι. Αλλά σίγουρα ο Μπουμπλής δείχνει να ξέρει καλύτερα πως να εκμεταλλευτεί το δυναμικό που έχει. Και καλό είναι να δώσει ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά από τα τσικό. Η κίνηση του Μαυρία στο κόρνερ που ξεσήκωσε τους οπαδούς, δείχνει παιδί με ψυχή που γουστάρει να παίζει μπαλίτσα. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι.


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Αναμνήσεις ενός άλλου Δεκέμβρη

Θυμάμαι πως κι εκείνη την ημέρα, όπως και όλες όσες προηγήθηκαν-αλλά και όσες θα ακολουθούσαν-είχαμε πάρα πολλή δουλειά. Δεν φεύγαμε από το γραφείο πριν τα μεσάνυχτα. Στην τσίτα όλοι. Πολύ άγχος, πολύ τρέξιμο. Λίγο φαγητό, καθόλου ξεκούραση. 

Τα γραφεία μας έβλεπαν στην Λ.Αλεξάνδρας, χαμηλά, απέναντι από το Πεδίον Άρεως. Μετά τις 17.00 επικρατούσε ηρεμία και ακουγόντουσαν μόνο τα αυτοκίνητα. Είχε βραδιάσει όταν ξαφνικά ακούσαμε φασαρίες. Μετά ακούσαμε εκρήξεις. Μολότοφ. Τζάμια να σπάζουν. Ομαδικά συνθήματα με βροντερές φωνές. Πήγαμε κοντά στα παράθυρα να δούμε τί γίνεται. Η νύχτα είχε γίνει μέρα από τις φωτιές που άναβαν στα καταστήματα. Οι "αναρχικοί" ανέβαιναν σιγά-σιγά την Αλεξάνδρας και πέταγαν μολότοφ σε όλα τα μαγαζιά, επιχειρήσεις κλπ. 

Ήμασταν 5 άτομα μέσα στο κτίριο και ομολογώ πως αρχίσαμε να φοβόμαστε. "Πώς θα φύγουμε από εδώ;" ρωτούσαμε ο ένας τον άλλο. Είχαμε και πινακίδα πρόκληση στην είσοδο του κτιρίου. Την μία λέγαμε να σβήσουμε τα φώτα, για να μην φαινόμαστε μέσα. Από την άλλη, όμως, όσα μαγαζιά έκαιγαν, ήταν κλειστά εκείνη την ώρα, οπότε αποφασίσαμε να αφήσουμε τα φώτα ανοιχτά και ο Θεός βοηθός. Η πιο μικρή από τους συνεργάτες με ρωτούσε πώς θα πάμε στα σπίτια μας. Δεν ήξερα...

Χαζεύαμε για 2 ώρες περίπου τα δρώμενα στην λεωφόρο. Είχαμε σταματήσει την δουλειά, φυσικά, και ακούγαμε ραδιόφωνο για να μάθουμε τί ακριβώς γινόταν. Κάτσαμε και κάναμε δρομολόγια για τις πιθανές διεξόδους από την Αλεξάνδρας. Ο κάθε ένας πήρε την δική του διαδρομή και με φόβο βγήκαμε από το κτίριο. Η ατμόσφαιρα ήταν το λιγότερο αποπνικτική. Τελικά φτάσαμε περπατώντας στα σπίτι μας και με πολύ αγωνία, αν θα φάμε καμιά ξώφαλτση. 

Την επόμενη μέρα πήγαμε στο γραφείο. Η Αλεξάνδρας έμοιαζε με κρανίου τόπος, όπως αναμενόταν. Καταστροφές παντού. Σε περιουσίες ανθρώπων που δεν έφταιγαν. Καταστήματα, αυτοκίνητα, ακόμη και σπίτια! Σπασμένα τζάμια, μαυρίλα παντού, άθλια εικόνα. Το βράδι πάλι δουλεύαμε, πάλι τα ίδια. Φασαρίες, φωτιές, ταραχές. Για να μην τα πολυλογώ αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για λίγες μέρες ακόμη, κι έμεινε στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδα ως τα Δεκεβριανά.

Εγώ δεν θυμάμαι κανένα Αλέξη, γιατί κανένα παιδί δεν θα προκαλούσε τόσο χάος. Μου έχει μείνει ο τρόμος στα μάτια όλων όσων έκαναν το λάθος να βρίσκονται εκεί γύρω. Μου έχει μείνει η απίστευτη καταστροφή της Αθήνας και η πανυγηρική επανάληψη της κάθε χρόνο. Το να διαλύεις την ζωή των άλλων, δεν είναι μνημόσυνο για ένα παιδί που σκοτώθηκε από ένα μπάτσο. Είναι μια αφορμή για να τα κάνεις μπάχαλο.

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Βροχή και σήμερα

Εμένα μου αρέσει η βροχή. Δεν ξέρω....ο ήχος της, η αίσθηση που αφήνει στο πρόσωπο όταν πέφτει...δεν ξέρω....κάτι είναι. Για άλλους είναι ρομαντικό να την χαζεύεις αγκαλιά με τον άνθρωπό σου, για άλλους είναι σπαστικό όταν έχουν να κάνουν δουλειές έξω και γυρνάνε στο σπίτι τους μούσκεμα. Για εμένα είναι μια μαγεία που προσφέρει η φύση.

Εντάξει, δεν μου προκαλεί και ευφορία, αλλά μου αρέσει να την γεύομαι, να την νιώθω, να την χαζεύω, να την ακούω. Σαν κάθαρση, ένα πράγμα. Σαν να νιώθεις πως αποβάλλονται όλες οι κακές σκέψεις, όλα τα άσχημα συναισθήματα, φεύγουν οι στεναχώριες. Γιατί ξέρεις πως μετά βγαίνει πάντα το ουράνιο τόξο.

Είναι και αυτή η μυρωδιά του φρεσκονοτισμένου χώματος...μαστούρα! Και η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή μετά, που νιώθεις να αναπνέεις κύματα οξυγόνου. Για εμάς τουλάχιστον που ζούμε στην Αθήνα, φαντάζομαι πως κάπως έτσι είναι.

Η μοναδική στιγμή που μίσησα την βροχή ήταν στην κηδεία της μαμάς μου. Έβρεχε ακατάπαυστα, πράγμα που έκανε πιο έντονη την στεναχώρια μου. Μου πήρε καιρό να την αγαπήσω ξανά, γιατί κάθε φορά που έβρεχε ερχόταν η ίδια εικόνα....η μαμά εκεί....


Βρέχει σήμερα και μου φέρνει μια γλυκιά μελαγχολία στην ψυχή. Και θέλω να σταθώ έξω με τα χέρια ανοιχτά και το κεφάλι να κοιτάζει προς τον ουρανό και το νερό να πέφτει επάνω μου....λυτρωτικό. Κάποια πράγματα είναι ωραία να μην τα μοιράζεσαι τελικά.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ένα δολάριο και έντεκα σεντς

Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα, του για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.

Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του, αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.

- “Τι θέλεις;” την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος.
“Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω”.
Τότε η μικρή του είπε:
- “Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου, που είναι πολύ άρρωστος, και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!“

- “Συγγνώμη”, της απάντησε αυτός,” αλλά δεν πουλάμε θαύματα”.

- “Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα…” .

Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.

- “Δεν ξέρω”, του απάντησε με μάτια βουρκωμένα.
“Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό, θέλω να πληρώσω εγώ, με τα δικά μου χρήματα”.

Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει.
Η μικρή του απάντησε: «Ένα δολάριο και 11 σέντς, κι αν χρειασθούν και άλλα θα τα βρω».

-” Τι σύμπτωση”, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος.
“Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό. Ένα δολάριο και 11 σεντς!“

Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε: «Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα».

Ο καλοντυμένος κύριος ήταν ο Κάρτον Άρσμποργκ, ο γνωστός νευροχειρουργός.
Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία και ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής.
- “Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα”, ψιθύρισε η μαμά.
“Απορώ πόσο θα κόστισε”.

Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: «ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού…

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν το φλερτ

Κάποτε υπήρχε ένα στέκι. Μαζευόντουσαν οι παρέες, έπινα τα ποτά τους, συζητούσαν, γελούσαν. Πέρναγαν καλά. Και ξεκινούσε το παιχνίδι. Αντάλλασσαν ματιές και χαμόγελα με την διπλανή παρέα, πλησίαζαν πιο κοντά, φλέρταραν για ώρα και λίγο πριν το τέλος της βραδιάς, ο άντρας έκανε την κίνηση και ζητούσε το τηλέφωνο της κοπέλας. Για να την πάρει τηλέφωνο να ξαναβρεθούν. Και ξαναβρισκόντουσαν και τα βράδια μίλαγαν στο τηλέφωνο, για να ακούσουν ο ένας την φωνή του άλλου και να κοιμηθούν με μία ωραία ανάμνηση μέχρι να ξαναβρεθούν.

Τέλη 2012
Facebook, twitter. Χιλιάδες φίλοι και followers. Βάζεις μία ωραία φωτογραφία, βροχή οι προτάσεις. Περνάμε στο παρασύνθημα με συνοπτικές διαδικασίες: "πότε θα σε δω;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. Ραντεβού στα τυφλά. Άντε και βγήκες. Και πέρασες ωραία. Και η παρόρμηση σου να βρεθείς με έναν άγνωστο, ήταν ανώδυνη. Και λέτε να ξαναβρεθείτε. Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. PM ή DM. 

Μην τα πολυλογούμε, πηδιέστε. Μια χαρά το σεξ, όλα καλά. Και εκεί που λες "έχουμε ενώσει τα κορμιά μας, περνάμε καλά, λογικά πάει νορμάλ το πράγμα", δέχεσαι PM ή DM: "πέρασα πολύ όμορφα μωρό μου. Θα σε ξαναδώ;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. 

Θα σου στείλει λουλούδια...σε ηλεκτρονική κάρτα. Θα ομολογήσει τον έρωτα του με ένα post. Θα χαίρεται να σε βλέπει σε φωτογραφίες. 
Αλλά θα είναι κουρασμένος για να βγείτε. Αφού θα τα πείτε "μέσα" μωρέ!

Μήπως το χάσαμε το παιχνίδι; τί έγινε; είναι θέμα θάρρους; διάθεσης; ανασφάλειας; τί είναι και έχει χαθεί η μαγεία του φλερτ; Πόσο ψεύτικο φαντάζει....


 

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Τούρτα γενεθλίων

Την τούρτα αυτή μου την έμαθε να την φτιάχνω η μαμά μου και έχει τόση επιτυχία που την φτιάχνω σε όλων των γνωστών μου τα γενέθλια. Είναι τρομερά εύκολη!

Υλικά (για μία μεγάλη πιατέλα):

-50 μπισκότα σαβουαγιάρ (αν βρείτε από ζαχαροπλαστείο, ακόμη καλύτερα)
-125γρ. κουβερτούρα (1 πλάκα)
-1 κουτί κακάο
-1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
-1 κουτί σαντιγύ Morfat
-1 κουτί γάλα εβαπορέ
-λίγο κονιάκ
-τρούφα για την διακόσμηση

Εκτέλεση:

Λιώνουμε την κουβερτούρα σε μπεν-μαρί προσθέτωντας μισό κουταλάκι του γλυκού βούτυρο. Το αφήνουμε στην άκρη. Χτυπάμε  σε ένα μπωλ με το μίξερ χειρός την σαντιγύ με το ζαχαρούχο γάλα, μέχρι να γίνουν ενιαίο μείγμα. Προσθέτουμε την λιωμένη κουβερτούρα και ανακατεύουμε με την σπάτουλα. Προσθέτουμε το κακάο, αναλόγως πόσο σοκολατένια θέλουμε να βγει η τούρτα μας. Προσοχή: όσο περισσότερο κακάο βάζουμε τόσο πιο "σκληρή" γίνεται η κρέμα και απλώνεται δυσκολότερα στο τέλος. Βάζουμε το μείγμα στο ψυγείο να σφίξει.
Σε ένα μπωλ βάζουμε το εβαπορέ με χλιαρό νερό και προσθέτουμε λίγες σταγόνες κονιάκ. Μουλιάζουμε τα σαβουαγιάρ για λίγα δευτερόλεπτα. Θέλουμε μόνο να μαλακώσουν, όχι να σπάσουν. Βάζουμε μία στρώση στην πιατέλα μας, περίπου τα μισά. Βγάζουμε από το ψυγείο το μείγμα και ρίχνουμε το μισό πάνω από τα σαβουαγιάρ. Στρώνουμε ομοιόμορφα με μία σπάτουλα. Βάζουμε άλλη μία στρώση σαβουαγιάρ κατά τον ίδιο τρόπο και από πάνω την υπόλοιπη κρέμα. Στολίζουμε με τρούφα και βάζουμε την τούρτα στο ψυγείο.

Καλή επιτυχία!

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Μυρωδιές και γεύσεις

Πόσο όμορφες είναι οι πρώτες μέρες μιας νέας σχέσης! Άπαξ και γίνει το πρώτο βήμα, ακολουθούν τα υπόλοιπα:

-περιμένεις πότε θα χτυπήσει το τηλέφωνο για να ακούσεις την φωνή του /της

-αγαπάς την μυρωδιά του/της και την αποθηκεύεις στην μνήμη σου, σαν τα σκυλιά, για να την θυμάσαι όταν θα βρίσκεται μακριά σου

-όταν τον/την συναντάς, χτυπάει η καρδιά σου με τρελούς παλμούς

-θέλεις να μοιραστείς τα πάντα μαζί του/της: τον ελεύθερο χρόνο, τις ανησυχίες, τα γέλια, τις παρέες, τα όνειρα

-γεύεσαι κάθε εκατοστό του κορμιού του/της

-στα μάτια σου είναι πανέμορφος/-η

-η φωνή του/της μεθυστική

-τα λεπτά περνάνε βασανιστικά αργά κάθε φορά που θα τον/την συναντήσεις

-ρουφάς κάθε δευτερόλεπτο μαζί του/της, προσπαθώντας να κάνεις τον χρόνο να σταματήσει

Και κάθε, μα κάθε φορά που τον/την αντικρίζεις σε πιάνει λιγούρα!!! Αχ, να κρατούσε για πάντα!

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν είναι αυτή η Αθήνα που αγαπώ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Με μία εξαίρεση κάποιων φοιτητικών μηνών στην Θεσσαλονίκη, την υπολοιπη ζωή μου την έχω περάσει στην πρωτεύουσα. 

Ανέκαθεν μου άρεσε να κάνω βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Να μπερδεύομαι ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο στο Μοναστηράκι, να χαζεύω τις βιτρίνες στην Ερμού, να πίνω καφεδάκι στα Εξάρχεια, να σκοτώνω ώρες ατελείωτες στην "Πολιτεία" με τους εραστές μου, τα βιβλία. Και πάντα έβρισκα μία αφορμή για να πάω και να χωθώ στις γειτονιές του ιστορικού κέντρου. Άλλος κόσμος. Μαγαζάκια που λειτουργούν από τον πόλεμο. Τον Α' Παγκόσμιο. Θυμάμαι που με πήγαινε η μαμά μου να ψωνίσουμε όσπρια, κλωστές, υφάσματα και πολλά, πολλά άλλα. Και έπειτα ήταν εκείνες οι χαλαρωτικές περατζάδες στον Εθνικό Κήπο, το Πεδίον Άρεως...όαση πρασίνου στην τσιμεντούπολη. 



Τον τελευταίο καιρό συνειδητά δεν έχω πάει στο κέντρο και όσες φορές έχω περάσει, ήταν όλες με το αυτοκίνητο. Συνειδητά. Η εικόνα που αντίκρυζα από το παράθυρο με απωθούσε να περπατήσω στα γνώριμα στέκια μου.  Βρωμιά και δυσωδία παντού. Άνθρωποι που δεν είναι σε αρμονία με το περιβάλλον. Και μαζεμένες όλες οι φυλές του Ισραήλ σε παρακμή.

Σήμερα κατέβηκα Πολυτεχνείο με την συγκοινωνία. Το πρώτο-αλλά αναμενόμενο σοκ-ήταν μέσα στο λεωφορείο. Με συγκράτησε το άρωμα μου και δεν ξέρασα. Και τα παράθυρα  κλειστά λόγω κλιματισμού. Κανονικός θάλαμος αερίων. 

Το δεύτερο σοκ ήταν η διαδρομή Πατησίων-Πλατεία Εξαρχείων διασχίζοντας την Στουρνάρα.  Πρεζάκια να μου την πέφτουν από παντού σαν τις μύγες, μπαλατζάροντας από την έλλειψη δόσης, παράνομοι πωλητές τσιγάρων με τα αφεντικά τους να καραδοκούν στην γωνία. Και όλα αυτά έξι η ώρα το απόγευμα. Μέχρι να φτάσω στο ραντεβού μου η καρδιά μου είχε πιάσει 160 παλμούς. Υπερβολή ε; Ο δε δρόμος κατά μήκος ήταν δημόσια ουρητήρια. Οι κάτοικοι και εργαζόμενοι στην γύρω περιοχή το έχουν δεχτεί ως μία πάγια κατάσταση. Αστυνομία ούτε κατά διάνοια. 

Συγγνώμη, αυτή θα είναι τούδε και στο εξής η Αθήνα μου;

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

My sister morphine

Η ιστορία του Τόλη συγκίνησε πολύ κόσμο. Και κυρίως τον κόσμο των social media που δεν τον ήξεραν από κοντά, αλλά τον γνώρισαν μέσω των tweets του. Έγραφε καθημερινά για την μάχη που έδινε με τον καρκίνο, αντιμετωπίζοντας τον με αισιοδοξία και πολύ χιούμορ. Στις τελευταίες αναρτήσεις του έγραφε συχνά μία λέξη: "Πονάω".

Όσοι δεν έχουμε νοσήσει-και επιζήσει-από την αρρώστια του καρκίνου, σίγουρα δε μπορούμε να ξέρουμε για τί πόνο μιλάμε. Αλλά, όλοι έχουμε έναν συγγενή, φίλο, γνωστό που τον έχουμε δει να μάχεται και δυστυχώς τις περισσότερες φορές να καταλήγει. Ούσα μία εξ αυτών, μπορώ να πω πως  οι δυσκολότερες στιγμές που αντιμετώπισα είναι όταν έβλεπα τον άνθρωπο μου να πονάει και να μην μπορώ να κάνω τίποτα. Όσοι το έχετε ζήσει, γνωρίζετε πόσο ανήμπορος νιώθεις, πόσο αδύναμος, πόσο λίγος.

Αναρωτιόμουν πάντα πώς είναι να νιώθεις τόσο πόνο. Τί μπορεί να περνάει από το μυαλό των αρρώστων εκείνη την στιγμή. Αν, όντως, θέλουν να πεθάνουν για να ηρεμήσουν. Κι εγώ εκεί, κάνοντας τον καραγκιόζη, προσπαθώντας να απαλύνω τον πόνο της ψυχής. Για τον άλλο, υπήρχε η μορφίνη. Αλλά και αυτή κάποια στιγμή σταματάει να είναι αρκετή. Και μετά ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που ο ασθενής εξαντλείται. Δεν έχει άλλη δύναμη να φωνάξει και παραδίδεται. Ελπίζοντας, ίσως, σε ένα σύντομο τέλος;

Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν πήγαινα να αγκαλιάσω τον μπαμπά μου, κι εκείνος-με όση δύναμη του είχε περισσέψει-με έδιωχνε μακριά γιατί τον πονούσα. Και στεκόμουν εκεί μη μπορώντας να κάνω κάτι, παρά μόνο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου για να μην τον διαλύσω και ψυχολογικά. Τότε αντιμετώπιζα την κατάσταση εγωιστικά: δεν ήθελα να πεθάνει, ήθελα να μείνει κοντά μου. Τώρα που έχουν περάσει χρόνια θέλω να πιστεύω πως όπου έχει πάει δεν πονάει και χαμογελάει πάλι. Ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου, η γιαγιά μου, ο ψηλός και τόσοι άλλοι.

Μαζί τους τώρα είναι και ο Τόλης. Με την ελπίδα να μην πονάει πια. Και αυτοί που μένουν πίσω; οι γονείς του, η Μαρία του, εμείς όλοι που χάσαμε κάποιον δικό μας από καρκίνο; ζούμε με τις αναμνήσεις των και με ένα αγκάθι στην καρδιά: που δεν ήμασταν ικανοί να τους ανακουφίσουμε τις τελευταίες τους στιγμές στην ζωή.

Τετάρτη, 22 Αυγούστου 2012

Just do it!

Άσχημο πράγμα να έχεις απωθημένα στην ζωή σου. Σε τρώνε σαν το σαράκι. Νιώθεις να καίγεται το στήθος κάθε φορά που τα φέρνεις στον νου. Συνεχίσεις την ζωή σου μεν, αλλά υπάρχει κάτι που σε κρατάει πίσω.

Πολλές φορές γίνονται εμμονή. Σε άλλες περιπτώσεις ένα "γιατί" τριβελίζει το μυαλό σου. Αλλά κατά βάση δεν κάνει τίποτα για να αλλάξεις αυτή την κατάσταση. Στέκεσαι και την κοιτάς μοιρολατρικά. "Έτσι έπρεπε να γίνει". Λάθος. Αν δεχτούμε πως μία ανώτερη δύναμη ορίζει τις ζωές μας, οκ, έτσι έπρεπε να γίνει. Αλλά αν ορίζουμε εμείς τις ζωές μας με τις πράξεις μας μήπως δεν θα έπρεπε να έχουμε απωθημένα;

Ας πάρουμε για παράδειγμα κάτι απλό: μία πρόταση που δεν ειπώθηκε, μία κίνηση που δεν έγινε. Περνάμε ώρες ολόκληρες σκεπτόμενοι "και αν;". "Αν είχα πει;". "Αν είχα κάνει;" Ε μην το σκέφτεσαι! Κάντο! Ποιό είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί; Να μην έχει την επιθυμητή κατάληξη. Ε και; Τί είναι προτιμότερο; να ξέρεις από νωρίς κι ας μην είναι αυτό που επιθυμούσες, ή να καις την ζωή σου με το να αναρωτιέσαι;

Μην το σκέφτεσαι. Just do it!

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2012

Beethoven's love letters

July 6, in the morning

My angel, my all, my very self - Only a few words today and at that with pencil (with yours) - Not till tomorrow will my lodgings be definitely determined upon - what a useless waste of time - Why this deep sorrow when necessity speaks - can our love endure except through sacrifices, through not demanding everything from one another; can you change the fact that you are not wholly mine, I not wholly thine - Oh God, look out into the beauties of nature and comfort your heart with that which must be - Love demands everything and that very justly - thus it is to me with you, and to your with me. But you forget so easily that I must live for me and for you; if we were wholly united you would feel the pain of it as little as I - My journey was a fearful one; I did not reach here until 4 o'clock yesterday morning. Lacking horses the post-coach chose another route, but what an awful one; at the stage before the last I was warned not to travel at night; I was made fearful of a forest, but that only made me the more eager - and I was wrong. The coach must needs break down on the wretched road, a bottomless mud road. Without such postilions as I had with me I should have remained stuck in the road. Esterhazy, traveling the usual road here, had the same fate with eight horses that I had with four - Yet I got some pleasure out of it, as I always do when I successfully overcome difficulties - Now a quick change to things internal from things external. We shall surely see each other soon; moreover, today I cannot share with you the thoughts I have had during these last few days touching my own life - If our hearts were always close together, I would have none of these. My heart is full of so many things to say to you - ah - there are moments when I feel that speech amounts to nothing at all - Cheer up - remain my true, my only treasure, my all as I am yours. The gods must send us the rest, what for us must and shall be -

Your faithful LUDWIG.


Evening, Monday, July 6

You are suffering, my dearest creature - only now have I learned that letters must be posted very early in the morning on Mondays to Thursdays - the only days on which the mail-coach goes from here to K. - You are suffering - Ah, wherever I am, there you are also - I will arrange it with you and me that I can live with you. What a life!!! thus!!! without you - pursued by the goodness of mankind hither and thither - which I as little want to deserve as I deserve it - Humility of man towards man - it pains me - and when I consider myself in relation to the universe, what am I and what is He - whom we call the greatest - and yet - herein lies the divine in man - I weep when I reflect that you will probably not receive the first report from me until Saturday - Much as you love me - I love you more - But do not ever conceal yourself from me - good night - As I am taking the baths I must go to bed - Oh God - so near! so far! Is not our love truly a heavenly structure, and also as firm as the vault of heaven? 



Good morning, on July 7

Though still in bed, my thoughts go out to you, my Immortal Beloved, now and then joyfully, then sadly, waiting to learn whether or not fate will hear us - I can live only wholly with you or not at all - Yes, I am resolved to wander so long away from you until I can fly to your arms and say that I am really at home with you, and can send my soul enwrapped in you into the land of spirits - Yes, unhappily it must be so - You will be the more contained since you know my fidelity to you. No one else can ever possess my heart - never - never - Oh God, why must one be parted from one whom one so loves. And yet my life in V is now a wretched life - Your love makes me at once the happiest and the unhappiest of men - At my age I need a steady, quiet life - can that be so in our connection? My angel, I have just been told that the mailcoach goes every day - therefore I must close at once so that you may receive the letter at once - Be calm, only by a calm consideration of our existence can we achieve our purpose to live together - Be calm - love me - today - yesterday - what tearful longings for you - you - you - my life - my all - farewell. Oh continue to love me - never misjudge the most faithful heart of your beloved.

ever thine
ever mine
ever ours


Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2012

Η αρρώστια του νέου Millenium

Είναι ένας από τους πολλούς χαρακτηρισμούς που έχει δώσει η επιστημονική κοινότητα για την κατάθλιψη. 


Κατάθλιψη ονομάζουμε μία ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διαταραχή της συναισθηματικής διάθεσης, με συναισθήματα μοναξιάς, απόγνωσης, απελπισίας, χαμηλής αυτοεκτίμησης. Εναλλακτικά ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την προαναφερθείσα διαταραχή στην συναισθηματική διάθεση, οπότε μιλούμε για ένα κλινικό σύνδρομο που μπορεί να εμφανισθεί πρωτογενώς ή δευτερογενώς σαν επιπλοκή πλήθους ψυχικών και σωματικών διαταραχών, άλλοτε για να δηλώσει το σύμπτωμα της κατάθλιψης (δηλαδή το αρνητικό συναίσθημα) και άλλοτε την συναισθηματική διαταραχή η οποία μπορεί να είναι ένα καταθλιπτικό επεισόδιο στα πλαίσια Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής, Διπολικής Διαταραχής, Δυσθυμίας, Κυκλοθυμίας, είτε οφειλόμενο σε μία Γενική Ιατρική Κατάσταση, ή Διαταραχή σχετιζόμενη με ουσίες.




Τα αίτια πολλά. Η ένδεια, τα συναισθηματικά αδιέξοδα, οι ερωτικές απογοητεύσεις, η ανθρώπινη απώλεια κ.α. Το φαινόμενο έχει γίνει πιο έντονο τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης και διαρκώς αυξάνονται οι ασθενείς. Γιατί περί ασθενών πρόκειται. 

Το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει είναι να καταλάβει ο ίδιος ο ασθενής ότι νοσεί. Πράγμα δύσκολο γιατί α) πολλοί δεν θέλουν να το παραδεχτούν και β) νομίζουν ότι είναι μια στεναχώρια που θα περάσει. Εξάλλου, υπάρχει ακόμη η επαρχιώτικη αντίληψη πως η αρρώστια είναι ντροπή. Για να γιατρευτεί ο ασθενής θα πρέπει να αφήσει τέτοιες αντιλήψεις πίσω. 

Άπαξ και ο ασθενής παραδεχτεί πως έχει πρόβλημα, αναζητά άμεσα βοήθεια. Η βοήθεια αυτή δεν είναι πάντα ιατρική, όπως εσφαλμένα θεωρούν πολλοί. Εξαρτάται από την έκταση της αρρώστιας και την ψυχική δύναμη του ασθενούς. Αν, για παράδειγμα, κάποιος που έχει αναγνωρίσει το πρόβλημά του και έχει το σθένος να ψάξει μόνος του να βρει τί φταίει, δεν χρειάζεται να καταφύγει σε ιατρική βοήθεια. Αν, όμως, αδυνατεί από μόνος του, τότε η επιστημονική αρωγή είναι απαραίτητη. 

Ο ψυχολόγος (ή ο ψυχίατρος), βοηθάει, μέσω της κουβέντας, να ανακαλύψει ο ασθενής τί είναι αυτό που τον έχει φέρει σε αυτό το τέλμα και να βρει λύσεις από μόνος του. Δεν δίνει έτοιμη την λύση, γιατί κάτι τέτοιο απλά θα ανακούφιζε προσωρινά τον ασθενή και βραχυπρόθεσμα θα τον έφερνε στο ίδιο σημείο.

Η διαφορά ψυχολόγου-ψυχιάτρου είναι πως ο τελευταίος μπορεί να συνταγογραφεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται η χρήση φαρμάκων για την  καταπράυνση των συμπτωμάτων. Τα κυριότερα εξ αυτών είναι οι κρίσεις πανικού, η ατελείωτη μελαγχολία, τα ξαφνικά ξεσπάσματα σε δάκρυα κ.ο.κ. Τα φάρμακα αυτά-το κυριότερο συστατικό των οποίων είναι η ορμόνη σερετονίνη-βοηθάνε τον ασθενή να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματα του, ώστε να μπορέσει να επικεντρωθεί στην θεραπεία της κατάθλιψης. Υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη πως όσοι παίρνουν αντικαταθλιπτικά είναι τρελοί. Περιττό να γράψω πόσο λάθος είναι. Η κατάθλιψη είναι μία ακόμη αρρώστια η οποία απλά "χτυπάει" τα συναισθήματα και όχι κάποιο ζωτικό όργανο.

Κάτι ακόμη σχετικά με τον ασθενή: ο ίδιος νομίζει πως αυτό που νιώθει εξωτερικεύεται στις κινήσεις του, στο πρόσωπο του, στις αντιδράσεις του. Δεν είναι έτσι. Οι γύρω του δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτα. Όταν, λοιπόν, ο κοινωνικός κύκλος του ασθενή ενημερώνεται από τον ίδιο πως νοσεί, θα πρέπει να δείξει την ανάλογη φροντίδα, συμπαράσταση, κατανόηση που θα έδειχνε αν του ανακοίνωνε πως έχει αρρωστήσει από "κάτι" που είναι άμεσα αντιληπτό, όπως η γρίπη. Γιατί ο καταθλιπτικός φοβάται. Φοβάται ότι δεν τον καταλαβαίνουν, ότι δεν τον νιώθουν, ότι δεν υπάρχει θεραπεία. 

Υπάρχει θεραπεία. Μπορεί σε κάποιους ασθενείς να χρειαστεί περισσότερος χρόνος, αλλά είναι στο χέρι τους να γιατρευτούν πλήρως. Χρειάζεται υπομονή και μεγάλη πάλη με τον εαυτό τους. Γιατί, όπως και να το κάνεις, όταν ανακαλύπτεις πως κρύβεις άλλες δυνάμεις μέσα σου, ένα σοκ το παθαίνεις!

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

High Hopes

Τις προάλλες είχα μία απολαυστική κουβέντα με τον κολλητό μου. Μεσημέρι, ζέστη, μπύρα, ό,τι πρέπει για φιλοσοφίες. Όχι δεν θα αναφερθώ αυτή τη φορά για το πόσο απολαμβάνω τις στιγμές με τους φίλους μου. Θα παραθέσω κάποια ενδιαφέροντα συμπεράσματα που βγήκαν από αυτή την χαλαρή κουβεντούλα.

Το κύριο θέμα κατέληξε να είναι οι απαιτήσεις που έχουμε από τους άλλους, είτε αυτοί είναι οικογένεια, είτε φίλοι. Δεν μιλήσαμε για τον επαγγελματικό χώρο, αλλά φαντάζομαι πως τα συμπεράσματα δεν θα απέχουν πολύ. Οι σχέσεις είναι δούναι και λαβείν, αλλά ό,τι δίνεις, παίρνεις. Δίνεις αγάπη, παίρνεις αγάπη. Δίνεις ξινίλα, παίρνεις αδιαφορία. Το πρόβλημα που έχουμε ορισμένοι εξ'υμών είναι η απαίτηση να πάρουμε οπωσδήποτε από την στιγμή που δώσαμε. Δεν πάει έτσι. Όταν δίνεις κάτι, το κάνεις με την θέληση σου και όχι επειδή περιμένεις αντάλλαγμα. Και αν δεν πάρεις κάτι πίσω, απλά προσπερνάς και δεν ξαναδίνεις. Σωστά;



Είμαστε, άραγε, σε θέση όσο μεγαλώνουμε να ανεχόμαστε συμπεριφορές που δεν μας ταιριάζουν; και αν ναι, έως ποιό σημείο;

Καταλήξαμε πως υπάρχει το σημείο ταβάνι: εκεί που η κακή, θλιβερή, μελαγχολική κ.ο.κ. συμπεριφορά του άλλου, αρχίζει πλέον και μας ξεπερνάει. Λαμβάνοντας ως δεδομένο πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε εκ γενετής καλοί, ξεκινάμε να ερμηνεύσουμε την αρνητική αυτή συμπεριφορά. Αλλά όταν ο άνθρωπος απέναντι μας δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει αυτό που είναι ορατό σε όλους, τότε φεύγουμε. Δεν παρατάμε τον άλλο, απλά δεν λύνουμε το πρόβλημα για αυτόν.

Στην τελική, η ζωή μας είναι μικρή για τόσο προβληματισμό. Κρατάμε δίπλα μας αυτούς που μας χαρίζουν απλόχερα χαμόγελα και ανεβάζουν την διάθεση και διώχνουμε μακριά ό,τι αρνητικό. Καλό θα είναι κάθε άνθρωπος που νιώθει να φεύγουν οι άνθρωποι από δίπλα του να μην μεμψιμοιρεί, αλλά να αναρωτιέται γιατί γίνεται αυτό. Νόμος της φύσης: δεν φταίνε οι 100, φταίει ο ένας.

Δεν απαιτούμε, προσφέρουμε. Τότε, αποδεδειγμένα, θα πάρουμε πίσω.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Περί πόνου...

Μία από τις πιο δύσκολες καταστάσεις που έχει κάποιος να αντιμετωπίσει στην ζωή του, είναι να βλέπει έναν άνθρωπο δικό του να σβήνει σιγά-σιγά και να μην μπορεί να τον βοηθήσει. Λένε πως σε τέτοιες περιπτώσεις αυτός που το βιώνει φεύγει, αλλά αυτός που μένει βγαίνει πιο δυνατός. Αυτό το τελευταίο θα το ασπαστώ.

Γνωρίζοντας από κοντά τον καρκίνο (γνωστό και ως "παλιοαρρώστεια"), μαθαίνεις νέες λέξεις όπως χολεριθρίνη ή τις επιπτώσεις που έχει το χαμηλό νάτριο, κάλιο κλπ στον οργανισμό ή πως η μορφίνη δεν είναι πάντα αρκετή.

Στην αρχή βλέπεις την κούραση να μεγαλώνει. Μετά το δέρμα να αλλάζει. Να γίνεται σαθρό, κίτρινο. Και μετά έρχεται η απελπισία στα μάτια του ανθρώπου σου: "γιατί εγώ; τί έκανα λάθος;" Από τις πιο άβολες στιγμές είναι όταν πρέπει να απαντήσεις στην ερώτηση που σου κάνει: "θα πεθάνω;"

Και μετά φτάνει ο πόνος...ο ατελείωτος πόνος. Ο πόνος που δεν καταπραΰνει κανένα φάρμακο, κανένα αναλγητικό, καμία μορφίνη. Κι εσύ στέκεσαι εκεί να κοιτάς χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα! Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα. Να βλέπεις τον άνθρωπο που λατρεύεις να σφαδάζει από τους πόνους και να είσαι τόσο ανήμπορος, να μην μπορείς να κάνεις κάτι. Κι εκείνος να σε κοιτάζει εκλιπαρώντας. 

Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι ασθενείς αυτές τις στιγμές παρακαλάνε να πεθάνουν για να ανακουφιστούν. Ξέρω και πως πολλοί από εμάς το κάνουν, μην μπορώντας να βοηθήσουν σε αυτό το μαρτύριο. Εγώ δεν το έκανα γιατί είμαι εγωίστρια. Όχι,δεν ήθελα να βλέπω κανένα να πονάει, απλά δεν ήθελα να τον χάσω.

Και μετά φεύγει. Ο πόνος μετατίθεται σε σένα τώρα, στην καρδιά σου. Και αφήνεις να τον χρόνο να σε βοηθήσει, να σε γιατρέψει. Δεν ξέρω πού πάνε οι άνθρωποι όταν φεύγουν από εδώ. Εύχομαι, όμως, εκεί που πάνε να μην πονάνε...


Τρίτη, 22 Μαΐου 2012

Η Δεξιά, η Αριστερά και οι λοιπές κατευθύνσεις

Για άλλη μία φορά θα έχουμε εκλογές. Και αυτό γιατί οι εκλεγέντες ηγέτες δεν κατάφεραν να έρθουν σε συμφωνία για κυβέρνηση συνεργασίας. Καθόλου παράδοξο. Σε μία τόσο δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα, οι πάντες κοιτάνε να βγουν σωτήρες. Η ματαιοδοξία σε όλο της το μεγαλείο.


Και ενώ στις προηγούμενες εκλογές αποφασίζαμε για το ποιός θα κυβερνήσει τον έρημο τούτο τόπο, στις επαναληπτικές αποφασίζουμε για το αν θα κυβερνήσει η Αριστερά ή η Κεντροδεξιά. Αν θα παραμείνουμε στην ζώνη του Ευρώ ή αν θα γυρίσουμε στην δραχμή. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτά τα διλήμματα. Μία κυβέρνηση δεν θα εκλεγεί για ένα μόνο πράγμα, αλλά για το σύνολο του κυβερνητικού της σχεδίου. Κάτι που κανείς δεν έχει ολοκληρωμένο. 


Από την μία έχουμε τον Τσίπρα, ένα παιδαρέλι, που μέχρι πρότινος ήταν βολεμένος στην καρέκλα της ελάσσονος αντιπολίτευσης και "έπαιζε" με το "διαφωνώ", τις πορείες και το αψεγάδιαστο μαλλί του. Που έδινε σε όλους την εντύπωση πως βρίσκεται ακόμη στις καταλήψεις του λυκείου και συσπειρώνει το Γ3 με το Γ4.  Και πού είναι αδύναμος, άρα εύπλαστος. Δεν είναι τυχαίο πως τον στηρίζουν οι Αμερικανοί τις τελευταίες μέρες. Και που το βασικότερο όλων, προέρχεται από ένα χώρο που μόνο τροχοπέδη ήταν και είναι για την ανάπτυξη της χώρας. "Τα πάντα στο λαό". Ποιός ωφελήθηκε ποτέ από αυτό; Άντε πετάμε μία ατάκα και την κάνουμε καραμέλα για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν.


Από την άλλη έχουμε τον Αντώνη. Ένα προδότη, όπως τον αποκαλεί η πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας. Εγώ δεν θα δώσω σε αυτό σημασία. Αλλά ο τρόπος που μιλάει μου θυμίζει τον θείο μου με τον πατέρα μου να κουβεντιάζουν στο σαλόνι για τα πολιτικά δρώμενα της χώρας, χωρίς νεύρο στην φωνή, χωρίς διάθεση να διαφωνήσουν, απλά μιλούσαν. Πώς θα πείσει ένας τέτοιος άνθρωπος τους πληγωμένους ψηφοφόρους της ΝΔ; Πόσω μάλλον όταν συμπεριφέρεται λες και η επιστροφή του στην Νέα Δημοκρατία ήταν κάτι που του το χρωστούσαν. Όχι, δεν είναι έτσι. Κανείς δεν του χρωστάει. Και προφανώς δεν βλέπει πως έχει καταστρέψει την πάλαι ποτέ μεγάλη παράταξη. Με κινήσεις εντυπωσιασμού, κωλοτούμπες, δεν μπορεί να πείσει κανένα. Και είναι πολιτικά άδικο, όταν οι συγκυρίες είναι τέτοιες που του επιτρέπουν να ηγηθεί ενός μεγάλου κόμματος και να βγάλει την χώρα από το αδιέξοδο. Αλλά νιώθω πως ονειρεύεται χρόνια αυτή την καρέκλα. Και ηγέτης δεν μπορεί να γίνει. Δεν το'χει, τί να κάνουμε;


Κάποιοι λένε πως αυτές οι εκλογές είναι για την συνέχιση, ή μη, της πορείας της χώρας στην Ευρώπη και όχι εκλογές βάσει προσώπων. Μα πώς θα ψηφίσεις κάποιον που δεν σε εμπνέει; αντιθέτως σου δείχνει πως θα τα κάνει πιο σκατά;


Και λόγω του ισχύοντος εκλογικού συστήματος, πλέον υπάρχει η απειλή: αν ψηφίσεις άλλο κόμμα, δίνεις την πρωτιά στον ΣΥΡΙΖΑ. Άρα, να μην ψηφίσουμε σύμφωνα με τα θέλω και πιστεύω μας, αλλά να ψηφίσουμε για να εμποδίσουμε την Αριστερά. 


Νομίζω, εν κατακλείδι, πως τα μικρά νεοσύστατα κόμματα δείχνουν τον παλμό της κοινωνίας: φρέσκα μυαλά σε συνδυασμό με πείρα. Αρνούμαι να ψηφίσω μία κυβέρνηση μόνο για το θέμα του μνημονίου. Και όλα τα υπόλοιπα; δεν είναι Ελλάδα; Και τέλος πάντων υπάρχει κανείς που να αγαπάει αυτή την χώρα;

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Goodbye is the saddest word

Έχω γράψει κατά καιρούς για τις μαμάδες και πόσο μοιάζουν όλες στις αντιδράσεις του λες και όταν πηγαίνουν στο μαιευτήριο να γεννήσουν τους δίνουν manual. Πόσο μας εκνευρίζουν, αλλά και πόσο αγαπάμε να τσακωνόμαστε.

Αυτή τη φορά θα γράψω για μία άλλη μάνα, μία ακόμη γυναίκα που είχε την ευτυχία να αποκτήσει δύο παιδιά.

Από εξωτερική εμφάνιση ήταν μία γυναίκα γοητευτική, ψηλή με ένα απίθανο χαμόγελο που γέμισε το δωμάτιο και τις καρδιές των ανθρώπων. Γεννήθηκε στην Κατοχή και στα πρώτα της γενέθλια είδε να παίρνουν τον μπαμπά της στον πόλεμο. Μεγάλωσε με τα δύο αδέρφια της, με στερήσεις, αλλά με πολλή αγάπη. Εργαζόταν από τα 10 της χρόνια βοηθώντας την μαμά της να καθαρίζει γραφεία. Συνέχισε να δουλεύει παράλληλα με το σχολείο για να μπορεί να βοηθάει οικονομικά την οικογένεια της, μιας και ο μπαμπάς της γύρισε λαβωμένος από τον πόλεμο. Τελείωσε την Ανωτάτη Εμπορική και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για μία καλύτερη ζωή. Σε όσες δουλειές κι αν πήγε, τα αφεντικά της έβγαζαν το καπέλο. Τόσο καλή ήταν.

Ήταν πολύ κοινωνικός άνθρωπος και όλοι την ήθελαν στην παρέα τους. Τρελή με την καλή έννοια, είχε το σπίτι της πάντα ανοιχτό και γεμάτο καλούδια. Κόσμος έμπαινε και έβγαινε και εκείνη έκανε ό,τι καλύτερο για να τους έχει όλους ευχαριστημένους. Δυναμική, δεν άφησε τίποτα να την τσακίσει, όσες δυσκολίες και αν πέρασε στην ζωή της. Μεγάλωσε μαζί με τον σύζυγό της δύο υπέροχα πλάσματα στα οποία μετέδωσε τις αρχές που είχε πάρει από το σπίτι της. Τα έμαθε να αγωνίζονται, να μην παραδίδουν εύκολα τα όπλα, να διεκδικούν αυτό που θέλουν από την ζωή τους. Και να χαμογελάνε...

Αυτή είναι η μαμά μου κι έφυγε από την ζωή στις 20 Δεκεμβρίου 2011, στα 72 της χρόνια. Θα έδινα τα πάντα να ξαναγυρίσει κοντά μου, αλλά μάλλον δεν μπορώ, οπότε θα ζω με την κληρονομιά που μου άφησε. Και θα θυμάμαι και τους τσακωμούς μας, αλλά και τις πλάκες μας και τα παιχνίδια μας. και κυρίως, πόσο ασφαλής ένιωθα στην αγκαλιά της.

Την κυριακή είναι η γιορτή της μητέρας. Να της δώσετε ένα λουλούδι και να της πείτε "'σ' αγαπώ". Είναι, ίσως, κάτι μικρό, αλλά τόσο μεγάλο για τις ίδιες. Τουλάχιστον η δικιά μου μαμά σχεδόν έκλαιγε όταν της πηγαίναμε λουλούδια με τον αδερφό μου κάθε χρόνο τέτοια μέρα...

http://www.youtube.com/watch?v=4I3TxyYDcSw


Για το Μαράκι μας....

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Τί είχαμε, τί χάσαμε

Πέρασαν και αυτές οι εκλογές. Οι σημαντικότερες μετά την Μεταπολίτευση, όπως έλεγαν όλοι. Και πήγαμε να ψηφίσουμε. Όχι, όμως, όλοι. Η αποχή έφτασε το 35% από τους "αγανακτισμένους" Έλληνες. Μεγαλύτερη αποχή από τις εκλογές του 2009!!!

Για εμένα αυτή ήταν η μεγαλύτερη έκπληξη. Όχι ότι μπήκε η Χρυσή Αυγή στην Βουλή (προσωπική εκτίμηση: όπως μπήκε, θα βγει). Πέρα από το ότι ήταν μία ψήφος αντίδρασης, έπαιξε μεγάλο ρόλο και το μεταναστευτικό. Δύσκολο να καταλάβει κανείς το πρόβλημα, όταν δεν ξέρει τί είναι το καροτσάκι στο δρόμο με τα σίδερα ή όταν η χολέρα είναι πιο πιθανή από την γρίπη. Όποιος το θεωρεί υπερβολή, είναι ευπρόσδεκτος να περάσει ένα 24ωρο στις γειτονιές μας. Και στην τελική γιατί τόσος ντόρος για τους νεο-ναζί Χρυσαυγίτες; (ναι, καλά, ούτε καν κοντά). Θα μεταφέρω τα λόγια ενός φίλου μου: "Οι οπαδοί του ΣΤΑΛΙΝ δεν σας ενοχλούσαν τόσα χρόνια που είναι στη βουλή, σας ενοχλούν οι Έλληνες Εθνικιστές;" Αλλά, όπως, γράφεται η ιστορία, είναι λογικό να υπάρχουν τέτοιες αντιδράσεις.

Και γιατί ανησυχούμε όλοι για την Χρυσή Αυγή; πυροτέχνημα είναι. Δεν ανησυχεί κανέναν το ότι ο Τσίπρας βγήκε δεύτερος;; ένας παιδαρέλι με μοναδικό του όπλο τον στόμφο στην ομιλία; δεν ανησυχεί κανέναν το ότι μπορεί-λέμε τώρα-να υπάρξει κυβέρνηση συνεργασίας της αριστεράς; (το γράφω και τρέμω στην σκέψη. Και πριν βιαστούν οι κομμουνιστές να με κατακρίνουν, να μου πουν τί έχουμε να περιμένουμε). Δεν ανησυχεί κανείς για τα ποσοστά των δύο μεγάλων κομμάτων; έπρεπε να είναι πιο χαμηλά. Ήταν δεδομένο πως δεν θα υπήρχε αυτοδυναμία. Αλλά με θυμώνει που δε λέει κανείς να παραιτηθεί. Μα τί άλλο πρέπει να γίνει για να καταλάβουν πως δεν είναι πλέον επιθυμητοί στο πολιτικό σύστημα;

Κατ'εμέ, χρειάζεται νέο ηγέτης. Ένας νέος άνθρωπος με τα @@ του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος όταν μιλούσε στον καγκελάριο της Γερμανίας τον έγραφε στο δεξί του. Στο αριστερό του έγραφε τους υπόλοιπους ηγέτες. Με επίγνωση της πραγματικότητας, φρέσκες και πραγματοποιήσιμες ιδέες, χωρίς να εξαρτάται από επιδοτήσεις καναλαρχών και λοιπών νταβατζήδων. Νέοι πολιτικοί, τεχνοκράτες, όχι καμένοι από σκάνδαλα κλπ.

Δεν ζω στα σύννεφα και γνωρίζω πως κάτι τέτοιο είναι δύσκολο να γίνει έτσι όπως είναι δομημένο το σύστημα. Ποιός θα βρει την δύναμη να ξεκολλήσει τους βολεμένους από τις καρέκλες; να ξεριζώσει την διαφθορά του Δημοσίου; να πάει κόντρα στο 32% που ψηφίζει ακόμη λαϊκιστές, λαμόγια, αποδεδειγμένα ανίκανους;

Σε αυτές τις εκλογές ψήφισα ένα μικρό, νεοσύστατο κόμμα που ήταν το πλησιέστερο στα δικά μου θέλω και πιστεύω. Αρνήθηκα να ψηφίσω το κόμμα που ψήφιζα τόσα χρόνια, γιατί πλέον δεν με αντιπροσωπεύει. Κυρίως λόγω προσώπων και δευτερευόντως λόγω πολιτικών και δράσεων. Έχω εμπιστοσύνη στους νέους ανθρώπους και πιστεύω σε αυτούς. Γιατί πρόλαβαν και έζησαν από την αρχή την Μεταπολίτευση και ξέρουν ότι ακόμη πληρώνουμε το "Τσοβόλα δώστα όλα". Και ας είμαστε ειλικρινείς: ε, δεν φταίει η ΝΔ για το σημερινό χάλι! Δεν μπορείς να συγκρίνεις τα τόσα χρόνια ΠΑΣΟΚ με τα συνολικά 8 της διακυβέρνησης από την ΝΔ.!

Και κάτι τελευταίο: όσοι ζητούν να επιστρέψει η Χούντα δεν εννοούν τους φασίστες κάθε είδους. Εννοούν το σύστημα όπου όλα λειτουργούσαν ρολόϊ, η οικονομία της χώρας ήταν στα καλύτερα της και η διαφθορά ήταν άγνωστη λέξη. Και μεταφέρω εμπειρίες μεγαλυτέρων, όλων των ιδεολογικών παρατάξεων, καθ'ότι εγώ δεν είχα καν γεννηθεί.

Αλήθεια, Κωνσταντίνε πού είσαι;

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

...στα πιο μεγάλα "θέλω" κάνουν πίσω

Ήσουν μικρή και φλέρταρες με ματιές και χαμόγελα. Και μετά άρχισαν τα αγγίγματα και τα φιλιά. Και μετά έκανες σχέσεις. Άλλες κράτησαν μικρό χρονικό διάστημα, άλλες μεγαλύτερο. Και παράλληλα μεγάλωνες και κατέληγες στο τί θέλεις. Και αποκτούσες συνέχεια εμπειρίες. Και έφτασε κάποια στιγμή που βρήκες τον ιδανικό. Και κάνατε σχέδια για το μέλλον.

Κάποια στιγμή ήρθαν τα δύσκολα. Η ώρα να φανεί "άντρας", να δείξει ότι φοράει παντελόνια, να πάρει επάνω του ευθύνες. Και εκείνος έφυγε...έτσι απλά έφυγε. Γιατί πιεζόταν, καταπιεζόταν, δεν ένιωθε πλέον καλά, δεν ήθελε πια τα ίδια πράγματα, έτσι σου έλεγε. Κι εσύ απαντούσες πως φοβόταν και πως ζούσε στο ψέμα. Δεν άλλαξε το αποτέλεσμα. Έμεινες μόνη να ψάχνεις πού έκανες λάθος.

Θα σου πω πού έκανες λάθος. Καταρχάς, τον είχες δεδομένο. Έλεγες πως θα είστε μαζί για πάντα (το γράφω και μειδιώ). Και σταμάτησες να ανανεώνεις το ενδιαφέρον του για εσένα. Και ρουτινιάσατε.
Κατά δεύτερον και σημαντικότερο, έβλεπες αυτό που ήθελες να δεις και όχι αυτό που πραγματικά ήταν. Στάθηκε δίπλα σου στις δύσκολες στιγμές; ήταν εκεί όταν τον χρειαζόσουν; αφουγκραζόταν τα προβλήματά σου; ή έπρεπε να του ανακοινώνεις πάντα ότι δεν νιώθεις καλά, ότι έχεις στεναχωρηθεί με κάτι, ότι έχεις ανάγκη να στηριχτείς επάνω του; για σκέψου. Μήπως οι περισσότερες στιγμές που θυμάσαι μαζί του με νοσταλγία είναι από εκδρομές, βόλτες, βραδιές με φίλους, ξενύχτια;

Αυτό που τώρα σε στεναχωρεί δεν είναι πως "έχασες" τον΄σύντροφό σου. Γιατί δεν ήταν, τελικά, σύντροφός σου. Ούτε ο άνθρωπος σου, όπως ήθελες να πιστεύεις. Αυτό που σε κάνει να κλαις, είναι πως δεν το κατάλαβες πιο νωρίς. Που έχασες τόσο χρόνο. Που επένδυσες σε λάθος "μετοχή". Για δες το λίγο καλύτερα. Αλλά μην καθυστερείς άλλο με σκέψεις. Η ζωή είναι μικρή για πίκρες.

Και τέλος, ακόμη κι αν όλα τα παραπάνω δεν ισχύουν στην περίπτωσή σου, είμαι κι εγώ της γνώμης πως οι καιροί έχουν αλλάξει και πως όλοι φοβόμαστε. Άντρες, γυναίκες. Εδώ δεν θα κάνω διαχωρισμό. Φοβόμαστε την δέσμευση, φοβόμαστε το "για πάντα", φοβόμαστε μην τυχόν και κάποιος εξαρτιέται συναισθηματικά από εμάς και τότε τί θα κάνουμε! Και τί; δεν θα πηδήξουμε ξανά άλλον/η; 

Στην περίπτωση του θύματος, αυτό είναι καλό. Γιατί μαθαίνει να στηρίζεται στα δικά του πόδια. Αλλά, όπως έχω ξαναπεί, ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να μένει μόνος. Στην τελική, ποιός θα είναι ευτυχισμένος καθώς περνούν τα χρόνια; ο μαγκούφης ή ο "θέλω να γεράσω μαζί σου"; 

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Πάρε με απόψε αγκαλιά

Αφορμή για τις σημερινές σκέψεις, είναι μία φράση που μου είπε μία φίλη μου πριν καμιά εβδομάδα (και την οποία ταλαιπώρησα στο μυαλό μου το Άγιο Πάσχα): "Θέλω κάποιον να με πάρει αγκαλιά και να κοιμηθούμε μαζί. Να μην κάνουμε κάτι, απλά να κοιμηθούμε αγκαλιά."

Η πρώτη σκέψη θα ήταν "και γιατί δεν το κάνεις;". Με μια δεύτερη σκέψη, όμως, βλέπεις πως δεν είναι τόσο εύκολο...πια. Και λέω "πια", γιατί κάποτε αυτό ήταν δεδομένο. Πρόλαβα και το έζησα, άρα μπορώ να πω με σιγουριά πως υπήρξε.

Τώρα, όμως, στέκεσαι σαν τον "λιγούρη" αποζητώντας τρυφερότητα, ασφάλεια, εμπιστοσύνη. Σε τρελαίνει η σκέψη πως το σεξ είναι πλέον πιο εύκολο από την αγκαλιά. Το "μαζί". Προκαλεί τόσο φόβο αυτή σκέψη; και αν ναι, γιατί; Είναι κακό να δείξεις πόσο νοιάζεσαι για κάποιον; σε τρομάζει να εξαρτάται κάποιος συναισθηματικά από εσένα; μήπως κλεινόμαστε στον εαυτό μας για να μην πληγωθούμε; και όλα αυτά που αφήνουμε πίσω; δεν τα θέλουμε; την συντροφικότητα; την αίσθηση ότι υπάρχει κάποιος "εκεί"; κάποιος που με μια αγκαλιά θα πάρει όλες τις σκοτούρες μακριά;

Δεν μπορώ να πιστέψω πως υπάρχει άνθρωπος που δεν το θέλει αυτό. Καλή η ανεξαρτησία, αλλά δεν γεννηθήκαμε να είμαστε μόνοι. Από μικρά "αγκαλίτσα" λέγαμε στους γονείς μας. Όταν κάτι μας απασχολεί, θέλουμε μια αγκαλιά γιατί με τις ευεργετικές της ικανότητες, απομακρύνει δυσάρεστες σκέψεις, ενοχές, προβληματισμούς. Όταν, πάλι, είμαστε χαρούμενοι, θέλουμε να αγκαλιάσουμε τον άνθρωπο μας για να μοιραστούμε μαζί του την ευτυχία μας.

΄Εχω γνωρίσει πολλά ζευγάρια που μπορεί να τσακώνονται την ημέρα, αλλά δεν πέφτουν ποτέ χώρια στο κρεβάτι να κοιμηθούν. Είναι πάντα αγκαλιασμένοι. Μία σοφή γυναίκα μου είχε πει πριν χρόνια να κοιτάξω ο άντρας που θα παντρευτώ να είναι κάποιος με τον οποίο θα μπορώ να συζητάω (σε άλλη ανάρτηση θα ασχοληθώ με αυτό). Εγώ θα προσθέσω να είναι κάποιος που η αγκαλιά του θα είναι τόσο ζεστή που θα με καίει.

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Πες μου ένα ψέμα να αποκοιμηθώ

Πρωταπριλιά χτες και το ψέμα είχε την τιμητική του. Ουσιαστικά είναι μία μέρα που γιορτάζουμε τα ψέματα, γιατί στην πράξη τα λέμε καθημερινά.

Δεδομένου ότι λέμε ψέματα παντού και πάντοτε, θα ήταν προτιμότερο να γιορτάζουμε τον καλύτερο ψεύτη, αυτόν που γίνεται εύκολα πιστευτός. Για παράδειγμα στην πολιτική, κι αν ανατρέξουμε στο πρόσφατο παρελθόν, μπορούμε να δώσουμε άνετα τον τίτλο του καλύτερου ψεύτη στον Γιωργάκη, γιατί έπεισε εκατομμύρια πρόβατα να πάνε να τον ψηφίσουν με το κλασικό πλέον "λεφτά υπάρχουν".
Ή στον καλλιτεχνικό χώρο, μπορούμε να βραβεύσουμε την Μποφίλιου ως σοβαρή και ποιοτική τραγουδίστρια (οκ, είναι προσωπική άποψη, αλλά εμένα δεν με πείθει). Ή τον Σεφερλή, ως εξαίρετο κωμικό. Και πόσους ακόμη μπορούμε να βραβεύσουμε!

Και στις διαπροσωπικές μας σχέσεις τα ψέματα λέγονται σωρηδόν. Κάτω από το πρίσμα "δεν σου είπα την αλήθεια για να μην σε πληγώσω", καταφέρνουμε ΠΑΝΤΑ να κάνουμε ακριβώς το αντίθετο. Πότε θα μάθουμε επιτέλους πως είναι προτιμότερο να λέμε την αλήθεια; η ζημιά που γίνεται με τα ψέματα είναι πολύ μεγαλύτερη. Και δεν υπάρχει αθώο ψέμα, ούτε "ένα τόσο δα ψεματάκι". Όπως και να το πεις, ό,τι επιθετικό προσδιορισμό και να του βάλεις ψέμα παραμένει.

Συνήθως λέμε ψέματα για να καλύψουμε μία δικιά μας αδυναμία αντιμετώπισης περιστάσεων, συναισθημάτων κ.ο.κ. Δυσκολία διαχείρισης καταστάσεων που οδηγούν στην εύκολη λύση: το ψέμα. Το περίεργο είναι πως δεν έχουμε πρόβλημα να λέμε ψέματα, και συνήθως μας βγαίνουν εύκολα, αλλά δεν θέλουμε να μας λένε ψέματα. Εδώ δεν ισχύει το "δεν κάνω ό,τι δεν θέλω να μου κάνουν". Και είναι λογικό. Το να καταβάλεις προσπάθεια για να αντιμετωπίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, να σηκώσεις ανάστημα, να ξεπεράσεις τις φοβίες σου και να κοιτάξεις τον άλλο στα μάτια, θέλει πολλή δουλειά. Ενώ με ένα ψέμα, διώχνεις από πάνω σου κάθε ευθύνη, κάθε άγχος.

Αναρωτιέμαι πόσο καλά, πόσο άνετα νιώθει κανείς βλέποντας κάποιον που αγαπά-είτε φίλο, είτε συγγενή, είτε σύντροφο-να λυγίζει, να καταρρέει, να κλαίει όταν ανακαλύπτει την αλήθεια; πόσο μετανιώνει που του είπε ψέματα; πόσες φορές θα σκεφτεί εκείνη την στιγμή "δεν θα του/της ξαναπώ ψέματα"; και πόσες φορές θα ξαναπεί;

Έγινε ο θυμός συνήθειά μας

Συνήθως η αναπόληση ξεκινάει χαζεύοντας παλιές φωτογραφίες. Κάπως έτσι έγινε και χτες βράδι. Μικρά πιτσιρίκια με τα μισά δόντια να χαμογελάνε στον φακό. Με χτυπημένα γόνατα και λερωμένα ρούχα. Αθώα, γεμάτα ενέργεια και ενθουσιασμό να μάθουν τα πάντα.

Θυμάμαι πως κατεβαίναμε κάτω στο δρόμο, στην γειτονιά, να παίξουμε κρυφτό, κυνηγητό, σχοινάκι, μήλα, και η μόνη ανησυχία των γονιών μας ήταν να μην μας πατήσει κανένα αυτοκίνητο. "Πρόσεχε τα αυτοκίνητα". Κι εμείς προσέχαμε τα αυτοκίνητα. Μόνο. Τα οποία πέρναγαν αραιά και πού από το στενό που παίζαμε εμείς. Και όταν το φαγητό ήταν έτοιμο έβγαιναν οι μαμάδες στα μπαλκόνια και φώναζαν: "Τρώμε!!!!". Και μαζευόμασταν στα σπίτια για να ξαναβγούμε το απόγευμα και να κάτσουμε να παίξουμε μέχρι τα μεσάνυχτα.

Αυτό πριν 30 χρόνια. Γιατί αν τώρα βγει μικρό παιδί τα μεσάνυχτα έξω, δεν θα το ξαναδούμε. Υπερβολή; δεν νομίζω. Και μιλάω πάντα για ελληνόπουλα. Στην γειτονιά δεν υπάρχουν δροσερά γέλια, χαρούμενες φατσούλες. Στις πλατείες έχει μόνο ξένα παιδιά. Κυρίως από βαλκανικές χώρες και το πρώην ανατολικό μπλοκ. Και αυτά είναι όμορφο να τα χαζεύεις, παιδιά είναι. Και αυτά γελάνε. Αλλά τα ελληνόπουλα πού βρίσκονται; Είναι κλεισμένα στα σπίτις τους, κολλημένα μπροστά σε ένα χαζοκούτι, είτε αυτό λέγεται υπολογιστής, είτε playstation, είτε τηλεόραση. Και είναι δυστυχισμένα. Φαίνεται στις μουρίτσες τους όταν τα βλέπεις να ξεκινάνε να πάνε στο σχολείο.

Θα ρωτήσει κανείς εύλογα "γιατί δεν κατεβαίνουν να παίξουν με τα άλλα παιδάκια".

Για πολλούς λόγους. Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι δεν μπορούν. Τα αλλοδαπά παιδιά έχουν κάνει τις γειτονιές γκέτο δικό τους, φοβίζοντας, χτυπώντας και βρίζοντας τα ελληνόπουλα. Οι δε Έλληνες γονείς είναι ακόμη πιο φοβισμένοι, οπότε, αντί η προσπάθεια να είναι να μάθουν στα παιδιά να ζουν όλα αρμονικά, τους μαθαίνουν πώς να τα αποφεύγουν. Δεν θα αναλύσω τις επιπτώσεις αυτής της πράξης εδώ. Το αποτέλεσμα είναι τα μικρά να κλέινονται σε ένα σπίτι, παρέα με την τηλεόραση, μόνα, χωρίς φίλους.

Ένας ακόμη λόγος είναι το ότι οι σημερινοί γονείς δεν ασχολούνται με τα παιδιά τους. Απλά τα "παρκάρουν" κάπου για να έχουν την ησυχία τους. Παλιά θυμάμαι δεν χορταίναμε να παίζουμε μαζί με τους γονείς μας. Κοντινές βόλτες για μπάλα, μάζεμα λουλουδιών, λούνα παρκ, παιδική χαρά, εκδρομές. Τώρα βλέπω ελάχιστες οικογένειες έξω, γονείς που να αφιερώνουν χρόνο στα παιδιά τους. Πώς να έχεις την απαίτηση να κοινωνικοποιηθούν; έστω με τα αλλοδαπά; τα μαθαίνουν να ζουν με τον φόβο, ότι αυτή η κατάσταση είναι πάγια και δεν αλλάζει.

Ως νέα γυναίκα που επιθυμεί να φέρει στον κόσμο παιδιά, σκέφτομαι πως θα είμαι η εξαίρεση. Αλλά και πάλι φοβάμαι μήπως δεν τα καταφέρω και΄γίνω σαν τους υπόλοιπους γονείς...

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ξεβράκωμα

Να σου πω πως όταν σε βλέπω από κοντά χάνεται το βλέμμα μου στα μάτια σου; Να σου πω πως σιχαινόμουν την φωνή σου, μα τώρα την αγαπώ; Να σου πω πως όταν με αγγίζεις νιώθω ρεύμα να με διαπερνά; Να σου πω πως όταν πιάνεις το χέρι μου για να δεις κάποιο σημάδι χτυπάει η καρδιά μου; Να σου πω πως όταν με παίρνεις τηλέφωνο, παίρνω πρώτα δυο ανάσες πριν το σηκώσω για να μην αρχίσω να τραυλίζω από την ταραχή; Να σου πω πως σημειώνω τα νέα μου για να τα μοιραστώ μαζί σου; Να σου πω πως ψάχνω κάτι αστείο να σου πω μόνο για να σε ακούσω να γελάς; Να σου πω πως όταν αρρωσταίνεις θέλω να είμαι κοντά σου να σε φροντίζω; Να σου πω πως αγαπώ κάθε ελάττωμά σου; Να σου πω πως όταν είσαι δίπλα μου μεθάω με την μυρωδιά σου; Να σου πω πως φοβάμαι να σε αγγίξω για να μην σε τραυματίσω από πόθο; Να σου πω πως κάθε φορά που σε συναντώ η καρδιά μου βγαίνει έξω από το σώμα μου και πετάει στον ουρανό; Να σου πω πως όταν πέφτω να κοιμηθώ σου στέλνω ένα φιλί για καληνύχτα; Να σου πω πως κάθε στιγμή μαζί σου την κρατάω σα θησαυρό;

Δεν έχεις προσέξει πως κάθε φορά που είμαι μαζί σου χαμογελώ; Δεν έχεις προσέξει πως αποφεύγω να σε κοιτάζω στα μάτια κι όταν το κάνω μπερδεύω τα λόγια μου; Δεν έχεις προσέξει τις ασυναρτησίες που λέω μόνο και μόνο για να συνεχίσω να σου μιλάω; Δεν έχεις προσέξει πως κάθε φορά που μου λες ότι κάτι δεν σου αρέσει επάνω μου, είμαι έτοιμη να βάλω τα κλάματα; Δεν έχεις προσέξει πως όταν έχεις καιρό να επικοινωνήσεις μαζί μου και με ρωτάς τί κάνω, σου απαντάω ένα σκέτο "καλά"; Δεν έχεις προσέξει ότι αδυνατώ να σου κρατήσω κακία;

Σου έχω πει πόσο πονάω; Εσύ το έχεις προσέξει;

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Με εσένα πλάϊ μου....μπορώ;

Άκουγα σήμερα το πρωϊ το συγκεκριμένο κομμάτι των Ρόκκου-Αναστασιάδη και σκεφτόμουν την ανάγκη που έχει ο κάθε άνθρωπος να στηρίζεται συναισθηματικά-κυρίως-στον σύντροφό του.

Πριν λίγους μήνες -με αφορμή μία δυσάρεστη περίοδο της ζωής μου-μου είχε πει ένας φίλος πως κατά βάθος όλοι μόνοι μας είμαστε, εννοώντας πως στα δύσκολα δεν υπάρχει κανείς δίπλα μας που να μπορεί να μας νιώσει στο 100%, πόσο μάλλον να μας στηρίξει στο 120% που θα ήταν και το επιθυμητό. Το σκέφτηκα πολύ αυτό που μου είπε και, για καλή μου τύχη, το βίωσα. Φαίνεται οξύμωρο, όμως, έτσι είναι. Όταν "αναγκάζεσαι" να σταθείς στα δικά σου πόδια, ανακαλύπτεις δυνάμεις που δεν είχες φανταστεί ποτέ ότι είχες. Και ως δια μαγείας, τα πάντα στις σχέσεις σου φαίνονται τόσο μα τόσο απλά. Και εξηγούμαι:

Όλοι μας κατά καιρούς έχουμε αναλωθεί σε αναλύσεις επί αναλύσεων για συμπεριφορές ή πράξεις που κάνει (ή δεν κάνει) ο σύντροφός μας ή αυτός που μας αρέσει. "Γιατί δεν πήρε ένα τηλέφωνο; γιατί μου είπε αυτό, εκείνο, το άλλο; γιατί με άγγιξε στο χέρι; γιατί μου είπε αυτά που μου είπε; τα εννοεί;" Και δώστου τα καψουροτράγουδα που το τραγουδάμε δυνατά, παρομοιάζοντας τον/την ερμηνευτή με τον ίδιο μας τον εαυτό ("ναι, με νιώθεις, μόνο εσύ ρε Πλούταρχε") κ.ο.κ. Και άπειρες προσπάθειες για επικοινωνία μαζί του: ένα τηλέφωνο να ακούσεις την φωνή του, ένα μήνυμα χωρίς ουσία για να κάνεις αισθητή την παρουσία σου, ενώ αυτό που κανονικά θα ήθελες να γράψεις είναι ένα απλό "σε σκέφτομαι συνέχεια". Όταν συναντιέσαι μαζί του να τον κοιτάς στα μάτια και να λιώνεις με κάθε του βλέμμα, να γελάς με τα αστεία του (που, μεταξύ μας, δεν είναι πάντα έξυπνα) και όταν φεύγεις από δίπλα του να νιώθεις ένα κενό. Τί όμορφο συναίσθημα! Δεν θα ήταν, όμως, πιο όμορφο αν ήταν αμοιβαίο;

Αλλά δεν είναι έτσι. Νομίζω πως οι συγκεκριμένες καταστάσεις-ποτά, τραγούδια κ.λ.π.- είναι απλά για να δικαιολογήσουμε στον εαυτό μας τα αυτονόητα: δεν με θέλει. Μετά από χρόνια ενεργού "παιχνιδιού" μπορώ με σιγουριά να πω πως όταν ένας άντρας θέλει, το δείχνει. Αν όχι, με την πρώτη, θα το δείξει με την δεύτερη, βαριά με την τρίτη. Μετά από 2 χρόνια (και βάζω το μέγιστο διάστημα) απλά δεν σε θέλει.

Η ζωή είναι μικρή για να προσπαθείς να κάνεις κάποιον να σε αγαπήσει. Δεν συζητάω να κάνεις το αδιανόητο, να αλλάξεις εσύ για χάρη του. Θα βρεθεί κάποιος, αργά ή γρήγορα, που θα σε δεχθεί για αυτό που είσαι, για αυτά που νιώθεις, για αυτά που σκέφτεσαι. Εκεί να κάνεις υπομονή, όχι, όμως, στο να περιμένεις να σε θελήσει. "He is not that in to you". Έχε πάντα στο νου πως αυτός χάνει, όχι εσύ. Δεν είναι ατάκα που σου χαϊδεύει τα αυτιά, είναι η αλήθεια. Να διεκδικείς αυτόν που θες. Να του πεις ότι τον θες. Αλλά αν εκείνος δεν ανταποκριθεί, μην μείνεις. Φύγε. Αν αλλάξει γνώμη, θα γυρίσει από μόνος του, μην πιέσεις καταστάσεις.

Και μία συμβουλή στους φίλους άντρες: κόψτε τα παιχνίδια. Όπως τραγουδούσαν και οι Αφοι Χαϊτίδη "η καρδιά δεν είναι κάλτσα να την μαντάρεις". Αυτά τα κάναμε στα 15 μας. Μεγαλώσαμε, ε; Και οι κότες είναι για το κοτέτσι, όχι για να κορτάρουν γυναίκες. Κι αν βλέπετε πως μία γυναίκα λιώνει για εσάς, μην την αφήνετε να καεί. Έχει χαζέψει από τον πόθο. Βοηθήστε την να λυτρωθεί και μην συνεχίζετε να παίζετε μαζί της μόνο και μόνο επειδή φουσκώνει την ματαιοδοξία σας.

Και κάτι τελευταίο: επειδή το μότο των αντρών τελευταία είναι "καταπιέζομαι", οι ταμπέλες-όπως τις ονομάζετε-ενίοτε είναι απαραίτητες. Αν είμαστε φίλοι, να το πούμε, αν είμαστε εραστές πάλι να το πούμε. Αν είμαστε κάτι άλλο, όχι ξεκάθαρο ας το ονομάσουμε ξουκαμπέ. Αλλά τα ημίμετρα δεν ωφέλησαν ποτέ κανένα.

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Ήμουν κι εγώ στο Ο.Α.Κ.Α.

Με αφορμή τα επεισόδια που έλαβαν χώρα χτες στο Ολυμπιακό Στάδιο κατά την διάρκεια του αγώνα Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός, παραθέτω κάποιες σκέψεις.

Ήμουν μία από τους 55.000 φιλάθλους (συμπεριλαμβανομένων και των οπαδών) που ξεκίνησαν απογευματάκι με την παρέα τους να πάνε στο γήπεδο να απολαύσουν μπάλα σε έναν κρίσιμο αγώνα για την ομάδα τους. Γέλια, αστεία, πειράγματα στο δρόμο για το γήπεδο. Μία χαρούμενη παρέα, τίποτα παραπάνω. Δίπλα μας πέρναγαν μπαμπάδες με τα μικρά παιδιά τους που τους είχαν φορέσει τα κασκόλ του Παναθηναϊκού. Τα μικρά από την χαρά τους που θα πήγαιναν στο γήπεδο, δεν περπατούσαν, αλλά χοροπηδούσαν!

Όλοι μας γνωρίζαμε πως θα γίνουν επεισόδια. Αλλά κανείς δεν είχε φανταστεί αυτή την έκταση. Το πρώτο "περίεργο" που υπέπεσε στην αντίληψη μας, είναι ότι δεν μας έγινε κανένας έλεγχος πριν την είσοδο μας στον περιβάλλοντα χώρο του γηπέδου, αλλά ούτε και κατά την είσοδο μας στις θύρες. Δεν μας έσκισαν καν τα εισιτήρια. Γελάγαμε με την παρέα όταν καθήσαμε στις θέσεις μας, που τελικά δεν χρειάστηκε να κρύψουμε τόσο καλά τους αναπτήρες...για να ανάψουμε τα τσιγάρα μας.

Ο αγώνας ξεκινάει. Πανηγυρική ατμόσφαιρα στις κερκίδες. Συνθήματα με ρυθμό, παλμό και χειροκροτήματα. Καμία ακρότητα. Ο  διαιτητής Κάκος άρχισε τα ανάποδα σφυρίγματα. Οκ, και αυτό το περιμένεις σε ένα ντέρμπυ. Άρχισαν να οξύνωνται τα πνεύματα. Αλλά και πάλι σε λογικά πλαίσια. Και ήρθε η κίτρινη του Κατσουράνη για διαμαρτυρία. Και πάλι αποδοκιμασίες. Αλλά ήρεμα.

Ο αγώνας από αδιάφορος έως κακός. Ημίχρονο. Οι φίλαθλοι κάθονται και σχολιάζουν τα δρώμενα του α'ημιχρόνου. Τα μικρά ζητάνε πορτοκαλάδα από τον μπαμπά και μιλάνε ενθουσιασμένα. Και ξαφνικά ξεκινάνε κάποια επεισόδια από τις κερκίδες δίπλα στα επίσημα. Σε δευτερόλεπτα οι διμοιρίες των ΜΑΤ έχουν ανέβει επάνω στις κερκίδες και ξεκινάει ένας αγώνας με εκτόξευση καθισμάτων, κιγκλιδωμάτων προς τους αστυνομικούς οι οποίοι απαντούσαν με χτυπήματα με τα γκλομπ. Από το πουθενά ή μάλλον από την θύρα 1 σπάνε τα προστατευτικά και οι "οπαδοί" βγαίνουν στον αγωνιστικό χώρο. Τα ΜΑΤ σε μία άτακτη υποχώρηση προς την τάφρο. Οι "οπαδοί" τους ακολουθούν και ξεκινάει ο πόλεμος εκτός αγωνιστικού χώρου. Οι θεατές των επάνω διαζωμάτων έχουν ανέβει στο υψηλότερο σημείο της κερκίδας και με σκυμμένα τα κεφάλια χαζεύουν τις μάχες αστυνομικών-"οπαδών". Όμως, τα καπνογόνα, τα δακρυγόνα και τα δυναμιτάκια που έχουν πέσει μέσα στον αγωνιστικό χώρο είναι ήδη πολλά. Τα μικρά φοβούνται, ο λαιμός καίει, τα μάτια δακρύζουν, η αναπνοή είναι δύσκολη. Οι φίλαθλοι σιχτιρίζουν. Σε κάποιους νεαρούς που κάθονται δίπλα μου άνοιξε η μύτη τους. Μοιράζω χαρτομάντηλα και νερό. Τα μεγάφωνα προειδοποιούν πως αν συνεχιστούν οι φασαρίες ο αγώνας δεν θα ξεκινήσει.

Την δράση αναλαμβάνουν οι οργανωμένοι. Ξεκινάνε τα τραγουδούν συνθήματα υπέρ του Παναθηναϊκού με σκοπό να παρασύρουν όλους τους φιλάθλους. Και το καταφέρνουν. Ο οργανωτής της θύρας των Mad Boys κατεβαίνει στον αγωνιστικό χώρο και παρασύρει όλες τις κερκίδες στο τραγούδι. Μπαίνει μέσα στο γήπεδο κρατώντας ένα πανό με πολιτικό σχόλιο.
Μετά από μία ώρα καθυστέρηση ο διαιτητής βγαίνει έξω και αποφασίζει να συνεχιστεί ο αγώνας με την προειδοποίηση ότι αν συνεχιστούν τα επεισόδια θα διακόψει οριστικά τον αγώνα. 

Ξεκινάει το β' ημίχρονο. Οι διμοιρίες των ΜΑΤ παρατάσσονται μπροστά από το πέταλο των οργανωμένων. Νωρίς-νωρίς ο Ολυμπιακός βάζει γκολ. Κηδεία στο γήπεδο. Λογικό. Ο αγώνας συνεχίζεται. Φτάνουμε στο 80'. Στο αγωνιστικό κομμάτι δεν βλέπουμε κάτι ενδιαφέρον. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο και στις κερκίδες. Στην θύρα 4 έχει ανάψει φωτιά που δεν ασχολείται κανείς από τους υεπευθύνους να σβήσει. Ο καπνός αρχίζει να μας πνίγει. Ξεκινάει η ρίψη μολότωφ, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει κανείς από πού έρχονται. Οι μολότωφ πέφτουν καρφί πάνω στους ΜΑΤατζήδες οι οποίοι δεν αντιδρούν. Όσο δεν αντιδρούν, τόσο οι "οπαδοί" συνεχίζουν την ρίψη. Φωτιές ανάβουν σε διάφορα σημεία του γηπέδου. Ο διαιτητής διακόπτει τον αγώνα. Και τώρα όλοι εμείς οι υπόλοιποι θέλουμε να βγούμε από το γήπεδο. Χα! Δεν είναι εύκολο. Με τον φόβο και την ταραχή να μας συνοδεύει, καταφέρνουμε να βγούμε από το γήπεδο. Ο χώρος θύμιζε πολεμικό τοπίο. Σε κάθε κρότο που έκαναν οι βόμβες σου σηκωνόταν η τρίχα. Τα μικρά τα είχαν χάσει. Τί να τους εξηγήσεις;
Όπου φύγει-φύγει. Συναντηθήκαμε για λίγο με την υπόλοιπη παρέα, μακριά πλέον από το γήπεδο. Κανείς δεν είχε διάθεση να μιλήσει. Μία λέξη ακουγόταν μόνο. "Ξενέρωσα".

Εν κατακλείδι: δεν με ενδιαφέρει ποιοί έστησαν τα επεισόδια και για ποιό λόγο. Δεν με ενδιαφέρει τί θα μου πουν οι παράγοντες για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Εμένα με ενδιαφέρει που δεν θα ξαναπάω στο γήπεδο να δω αγώνα πρωταθλήματος. Που τα μικρά έχασαν μία όμορφη και ηλιόλουστη κυριακή για να δουν αυτά τα χάλια. Που ο λαιμός μου ακόμη είναι ξηρός και δυσκολεύομαι στην κατάποση. Και που τόσα χρόνια κανείς δεν κάνει κάτι για να σταματήσουν αυτά τα έκτροπα. Γιατί προφανώς κάποιους εξυπηρετεί.

Είμαστε όλοι κατάπτυστοι.