Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν είναι αυτή η Αθήνα που αγαπώ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Με μία εξαίρεση κάποιων φοιτητικών μηνών στην Θεσσαλονίκη, την υπολοιπη ζωή μου την έχω περάσει στην πρωτεύουσα. 

Ανέκαθεν μου άρεσε να κάνω βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Να μπερδεύομαι ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο στο Μοναστηράκι, να χαζεύω τις βιτρίνες στην Ερμού, να πίνω καφεδάκι στα Εξάρχεια, να σκοτώνω ώρες ατελείωτες στην "Πολιτεία" με τους εραστές μου, τα βιβλία. Και πάντα έβρισκα μία αφορμή για να πάω και να χωθώ στις γειτονιές του ιστορικού κέντρου. Άλλος κόσμος. Μαγαζάκια που λειτουργούν από τον πόλεμο. Τον Α' Παγκόσμιο. Θυμάμαι που με πήγαινε η μαμά μου να ψωνίσουμε όσπρια, κλωστές, υφάσματα και πολλά, πολλά άλλα. Και έπειτα ήταν εκείνες οι χαλαρωτικές περατζάδες στον Εθνικό Κήπο, το Πεδίον Άρεως...όαση πρασίνου στην τσιμεντούπολη. 



Τον τελευταίο καιρό συνειδητά δεν έχω πάει στο κέντρο και όσες φορές έχω περάσει, ήταν όλες με το αυτοκίνητο. Συνειδητά. Η εικόνα που αντίκρυζα από το παράθυρο με απωθούσε να περπατήσω στα γνώριμα στέκια μου.  Βρωμιά και δυσωδία παντού. Άνθρωποι που δεν είναι σε αρμονία με το περιβάλλον. Και μαζεμένες όλες οι φυλές του Ισραήλ σε παρακμή.

Σήμερα κατέβηκα Πολυτεχνείο με την συγκοινωνία. Το πρώτο-αλλά αναμενόμενο σοκ-ήταν μέσα στο λεωφορείο. Με συγκράτησε το άρωμα μου και δεν ξέρασα. Και τα παράθυρα  κλειστά λόγω κλιματισμού. Κανονικός θάλαμος αερίων. 

Το δεύτερο σοκ ήταν η διαδρομή Πατησίων-Πλατεία Εξαρχείων διασχίζοντας την Στουρνάρα.  Πρεζάκια να μου την πέφτουν από παντού σαν τις μύγες, μπαλατζάροντας από την έλλειψη δόσης, παράνομοι πωλητές τσιγάρων με τα αφεντικά τους να καραδοκούν στην γωνία. Και όλα αυτά έξι η ώρα το απόγευμα. Μέχρι να φτάσω στο ραντεβού μου η καρδιά μου είχε πιάσει 160 παλμούς. Υπερβολή ε; Ο δε δρόμος κατά μήκος ήταν δημόσια ουρητήρια. Οι κάτοικοι και εργαζόμενοι στην γύρω περιοχή το έχουν δεχτεί ως μία πάγια κατάσταση. Αστυνομία ούτε κατά διάνοια. 

Συγγνώμη, αυτή θα είναι τούδε και στο εξής η Αθήνα μου;

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

My sister morphine

Η ιστορία του Τόλη συγκίνησε πολύ κόσμο. Και κυρίως τον κόσμο των social media που δεν τον ήξεραν από κοντά, αλλά τον γνώρισαν μέσω των tweets του. Έγραφε καθημερινά για την μάχη που έδινε με τον καρκίνο, αντιμετωπίζοντας τον με αισιοδοξία και πολύ χιούμορ. Στις τελευταίες αναρτήσεις του έγραφε συχνά μία λέξη: "Πονάω".

Όσοι δεν έχουμε νοσήσει-και επιζήσει-από την αρρώστια του καρκίνου, σίγουρα δε μπορούμε να ξέρουμε για τί πόνο μιλάμε. Αλλά, όλοι έχουμε έναν συγγενή, φίλο, γνωστό που τον έχουμε δει να μάχεται και δυστυχώς τις περισσότερες φορές να καταλήγει. Ούσα μία εξ αυτών, μπορώ να πω πως  οι δυσκολότερες στιγμές που αντιμετώπισα είναι όταν έβλεπα τον άνθρωπο μου να πονάει και να μην μπορώ να κάνω τίποτα. Όσοι το έχετε ζήσει, γνωρίζετε πόσο ανήμπορος νιώθεις, πόσο αδύναμος, πόσο λίγος.

Αναρωτιόμουν πάντα πώς είναι να νιώθεις τόσο πόνο. Τί μπορεί να περνάει από το μυαλό των αρρώστων εκείνη την στιγμή. Αν, όντως, θέλουν να πεθάνουν για να ηρεμήσουν. Κι εγώ εκεί, κάνοντας τον καραγκιόζη, προσπαθώντας να απαλύνω τον πόνο της ψυχής. Για τον άλλο, υπήρχε η μορφίνη. Αλλά και αυτή κάποια στιγμή σταματάει να είναι αρκετή. Και μετά ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που ο ασθενής εξαντλείται. Δεν έχει άλλη δύναμη να φωνάξει και παραδίδεται. Ελπίζοντας, ίσως, σε ένα σύντομο τέλος;

Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν πήγαινα να αγκαλιάσω τον μπαμπά μου, κι εκείνος-με όση δύναμη του είχε περισσέψει-με έδιωχνε μακριά γιατί τον πονούσα. Και στεκόμουν εκεί μη μπορώντας να κάνω κάτι, παρά μόνο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου για να μην τον διαλύσω και ψυχολογικά. Τότε αντιμετώπιζα την κατάσταση εγωιστικά: δεν ήθελα να πεθάνει, ήθελα να μείνει κοντά μου. Τώρα που έχουν περάσει χρόνια θέλω να πιστεύω πως όπου έχει πάει δεν πονάει και χαμογελάει πάλι. Ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου, η γιαγιά μου, ο ψηλός και τόσοι άλλοι.

Μαζί τους τώρα είναι και ο Τόλης. Με την ελπίδα να μην πονάει πια. Και αυτοί που μένουν πίσω; οι γονείς του, η Μαρία του, εμείς όλοι που χάσαμε κάποιον δικό μας από καρκίνο; ζούμε με τις αναμνήσεις των και με ένα αγκάθι στην καρδιά: που δεν ήμασταν ικανοί να τους ανακουφίσουμε τις τελευταίες τους στιγμές στην ζωή.