Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Αχ Ελλάδα σ'αγαπώ! (ή αλλιώς, "Μία ημέρα στο ΙΚΑ")

Όλοι δυσανασχετούμε όταν πρέπει να πάμε σε μία Δημόσια Υπηρεσία. Είτε για την ταλαιπωρία στην ουρά, είτε γιατί δεν ξέρουμε αν θα εξυπηρετηθούμε, είτε γιατί υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο να φύγουμε με μελανιές...

Αν, όμως, σταματήσουμε να σκεφτόμαστε όλα τα δεινά που θα περάσουμε και αφήσουμε τον εαυτό μας έξω από το σύνολο, μπορούμε να γράψουμε σενάριο για ταινία. Έχει μια ομορφιά η Δ.Υ. Είναι από μόνη της ένας πολιτισμός. Ακολουθεί μία δική μου ημέρα στο ΙΚΑ και πώς την βίωσα (και) ως παρατηρητής. 

Ώρα 08.00. Ανοίγουν οι πόρτες του ΙΚΑ και ξεχύνονται οι πιστοί στον γκισέ για το χαρτάκι. Μετά από σπρώξιμο, φωνές, στρίμωγμα σαν τα πρόβατα, παίρνω το πολυπόθητο χαρτάκι προτεραιότητας. Νο 175. Πότε πέρασαν 174 πριν από εμένα; Τέλος πάντων, σκέφτηκα πως έχω καιρό μπροστά μου και πήγα απέναντι να πάρω έναν καφέ. Το μαγαζί πρέπει να έχει βγάλει περιουσία τόση, ώστε να θρέψει και δισέγγονα, μιας και είναι το μοναδικό μαγαζί τέτοιους είδους στο οικοδομικό τετράγωνο. Ωραίος καφές, ωραία και τα 3 τσιγάρα που έκανα. Όση ώρα καθόμουν, κόσμος έμπαινε και έβγαινε σιχτιρισμένος. Κατά τις 09.00 μαζεύτηκαν οι γιαγιάδες που τις κρατούσαν από το χέρι οι αλλοδαπές βοηθοί τους. Η μία για την όποια συνεννόηση και το σωματικό στήριγμα, η άλλη για τις υπογραφές. Οι περισσότερες δεν πήραν χαρτάκι. Είχαν κοπεί όλα τα νούμερα και δεν περίσσεψαν άλλα. Έφυγαν αποκαρδιωμένες. "Αύριο πάλι". 

Γύρω στις 10.00 αποφάσισα να ανηφορίσω στο "Μητρώο". Το μητρώο στο ΙΚΑ είναι κάτι σαν τον παθολόγο. Όταν δεν ξέρεις τι χρειάζεσαι, πας εκεί. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα σε έναν όροφο να γίνεται πανικός και στους υπόλοιπους να επικρατεί μία ηρεμία. Βρήκα μία θέση και έκατσα. Ήμασταν στο νούμερο 102. Είχαμε δρόμο. Από τα 12 γκισέ, ήταν ανοιχτά τα 8 και εργάζονταν τα δύο. Οι υπόλοιποι 6 υπάλληλοι κοίταζαν τους ασφαλισμένους με μία αηδία και απορία όταν τους έκαναν μία ερώτηση, σε στυλ "καλά, με ρωτάς στα σοβαρά; όντως δεν ξέρεις την απάντηση;" Προς τιμήν του, ένας υπάλληλος από τους οκτώ ήταν αυτός που εξυπηρετούσε πιο γρήγορα και χωρίς ύφος. (κοίτα πού φτάσαμε...να θεωρούμε τιμητικό να κάνει ο άλλος τη δουλειά του....).

Η αναμονή στο ΙΚΑ έχει διάφορες παραστάσεις. Για παράδειγμα, στην αρχή συναντάς τους ασφαλισμένους που πιστεύουν πως αν πουν το πρόβλημα τους στους υπόλοιπους 100 που βρίσκονται γύρω του θα εξυπηρετηθούν πιο γρήγορα αφού  α) έχουν δίκιο και β) ξέρουν τι θα έπρεπε να γίνει, αλλά δε γίνεται. Οι ίδιοι στις εκλογές θα  ψηφίσουν τους ίδιους που τους έφεραν σε αυτή τη κατάσταση, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Όταν ξεκινάει ένας να λέει το πρόβλημά του, αρχίζουν και οι υπόλοιποι τις ιστορίες: "εγώ μία φορά στην Εφορία", "προχτές πήγα στον ΟΑΕΔ και μου είπαν αυτό" κ.ο.κ.  Φυσικά, καμία ιστορία δεν έχει αίσιο τέλος. Όταν δε, αυτές οι ιστορίες φτάνουν στον γκισέ και τις ακούει ΚΑΙ ο υπάλληλος, απαντά με αποστομωτικό ύφος "τράβα πέσ' τα στον Άδωνι". Λογικό. Πριν τον Άδωνι δούλευαν όλα ρολόι στο ΙΚΑ, τώρα χάλασαν. 

Μετά την πολυλογία των ασφαλισμένων, ξεκινάει η φωνή του εκάστοτε προϊστάμενου. "Όλα εγώ θέλετε να τα κάνω, εγώ εκτελώ οδηγίες της Διοίκησης", με την γνωστή αγένεια και το ύφος του δημόσιου νταβατζή και φυσικά με την απειλή "άντε μην σας διώξω όλους και το κλείσω το κατάστημα". (Ιωαννίδη, εσύ;). Σε αυτό το σημείο σιγοντάρουν με φωνές οι ασφαλισμένοι, πετάγονται και όσοι καθόντουσαν ήρεμα στις καρέκλες τους (εγώ έπαιζα ακόμη παιχνίδι στο κινητό), απειλές εκτοξεύονται εκατέρωθεν, μαζί με κάτι σάλια. Ο καθένας διαλαλεί το θέμα του, ένα ατελείωτο βουητό στην αίθουσα, οι φοιτητές έβγαζαν τα ακουστικά από το i-pad να δουν τι γίνεται, καροτσάκια έφευγαν στις σκάλες και μετά....σιωπή. Και ξαναγυρνάμε στους ρυθμούς μας. Υπήρχαν και μαμάδες που παρακαλούσαν από γκισέ σε γκισέ να εξυπηρετηθούν γιατί το μωρό δεν άντεχε τον κόσμο και έκλαιγε συνέχεια. Φαντάζομαι σε άλλες χώρες, τέτοιες περιπτώσεις έχουν προτεραιότητα. Εδώ το αναμενόμενο και λογικό, θέλει παρακαλετό. 

Και ήρθε η σειρά μου. Τα μάτια μου κολλημένα στον πίνακα της προτεραιότητας, μην τυχόν και χάσω το νούμερο που θα μου δείξει σε ποιο γκισέ θα πάω, γιατί οι υπάλληλοι αν δεν διακτινιστείς, ξαναπατάνε το κουδούνι και καταλήγουν 3 άτομα σε ένα υπάλληλο. Όταν πήγα στην υπάλληλο, είχε ξεμείνει η προηγούμενη κυρία να παραπονιέται, η υπάλληλος δυσανασχετούσε και της εξηγούσε πως δεν μπορεί να κάνει κάτι για την περίπτωσή της και όταν η κυρία την ρώτησε "δηλαδή, εδώ τι κάνετε; αφήνετε τον κόσμο να πεθάνει;", η υπάλληλος της απάντησε "ναι". Είναι από τους ανθρώπους που δεν λένε ποτέ ψέματα. Η δικιά μου υπόθεση πήρε 30''. Ούτε καν λεπτό. 

Στο δρόμο της επιστροφής έλεγα και ξαναέλεγα από μέσα μου "2,5 ώρες αναμονή για δουλειά 30 δευτερολέπτων". Αλλά δεν θα έπρεπε να παραπονιέμαι. Γνώρισα τον κύριο που έβγαλε ΑΜΚΑ στον 6χρονο γιο του και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί χρειαζόταν βεβαίωση από το ΙΚΑ από τη στιγμή που είναι άνεργος και πηγαίνει στην πρόνοια, την κυρία που "όταν θέλουν να πληρώσεις όλα τα βρίσκουν", την μαμά με το μωρό στην αγκαλιά της να παρακαλεί για να εξυπηρετηθεί, την φοιτήτρια με το i-pad, τον συνταξιούχο που είχε πάει 3η φορά στο ΙΚΑ και ήλπιζε να είναι και η τυχερή....πολύ κόσμο. Και ήπια και ωραίο καφέ! Αμ πώς;

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Τα πιο ωραία ταξίδια τα έχω κάνει μαζί σου, φίλε μου

Από μικρή μου άρεσε να διαβάζω. Όχι τα μαθήματά μου, αλλά αυτά που τότε χαρακτηρίζαμε ως "εξωσχολικά". Συνήθεια που μου κόλλησε ο μπαμπάς μου, ο οποίος διάβαζε πολύ. Η μαμά πάλι, δεδομένου ότι δεν είχε τον ίδιο χρόνο στη διάθεσή της, διάβαζε πάντα το βράδυ όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι. Στην εφηβεία μου, μου έκανε δώρο το βιβλίο "Ήμουν ένα άσχημο κορίτσι". Είμαι, πλέον, σίγουρη ότι κάτι ήθελε να μου πει. Από την άλλη ο μπαμπάς μου πρότεινε να διαβάσω το "Ένα παιδί μετράει τα άστρα". Και αυτός κάτι ήθελε να μου πει...

Μεγάλωσα, λοιπόν, ανάμεσα σε βιβλία και γεμάτες βιβλιοθήκες. Στιγμές με θυμάμαι να γίνομαι αχόρταγη να διαβάσω όλα τα βιβλία που είχαμε στα ράφια. Και το κατάφερα. Θυμάμαι, επίσης, πόσο μου είχε στοιχίσει που ο νονός μου δεν με άφηνε να δανειστώ τα βιβλία του Μαρή και όταν μετά από χρόνια μία εφημερίδα τα έδινε στο φύλλο της, πήγα θριαμβευτικά στο σπίτι του για να του πω πως τώρα τα έχω σπίτι μου, δεν τα θέλω! Παιδάκι....



Τα βιβλία με ταξιδεύουν, με κάνουν να σκέφτομαι, με κρατάνε σε υπερδιέγερση, με μαθαίνουν, με συμβουλεύουν, μου δείχνουν άλλους τρόπους ζωής. Δεν έχει σημασία το είδος του βιβλίου-αν θα είναι μυθιστόρημα, ιστορικό, πολιτικό, ή ακόμη και εγκυκλοπαίδεια-όλα έχουν να προσφέρουν μία γνώση. Κάθε φορά που μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο, ειδικά σε αυτά που έχουν απλωμένα τα βιβλία στους πάγκους τους, βυθίζομαι στη μυρωδιά του χαρτιού που αποπνέει το βιβλίο που δεν το έχει ανοίξει κανείς. Κάθομαι και τα χαζεύω με τις ώρες, θέλω να τα διαβάσω όλα, να ρουφήξω τις λέξεις τους! Εντάξει, μετά βλέπω ότι έχουν απλώσει και καμιά εικοσαριά της Λένας Μαντά και μου φεύγει η όρεξη. Αλλά και πάλι θα νιώσω το ίδιο πάθος όταν πέσει στα χέρια μου ένα βιβλίο, να το κατασπαράξω, να ηχήσουν οι λέξεις στα αυτιά μου σαν βεγγαλικά και να με μεταφέρουν μακριά από τη ρουτίνα.

Εννοείται πως το καλύτερο δώρο που μπορεί κάποιος να μου δώσει είναι ένα βιβλίο. Και είναι το μόνο που δεν μπαίνω στη διαδικασία να αλλάξω, ακόμη κι αν η υπόθεσή του στο οπισθόφυλλο του δεν με συγκινεί. Θα το διαβάσω. Θα του δώσω το χρόνο μου. Και αν στο τέλος δεν μου αρέσει, πάλι ευτυχισμένη θα είμαι. 

Αν ποτέ με αναζητήσετε θα είμαι είτε σε έκθεση βιβλίου είτε σε bazaar βιβλίων. Κάπου εκεί χωμένη στις σελίδες τις παλιές ή τις καινούριες, τις πιο μοντέρνες, θα φαντάζομαι, θα ονειρεύομαι. Και πού ξέρετε; ίσως κάποτε διαβάσετε και το δικό μου όνομα στους τίτλους!