Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

Βροχή και σήμερα

Εμένα μου αρέσει η βροχή. Δεν ξέρω....ο ήχος της, η αίσθηση που αφήνει στο πρόσωπο όταν πέφτει...δεν ξέρω....κάτι είναι. Για άλλους είναι ρομαντικό να την χαζεύεις αγκαλιά με τον άνθρωπό σου, για άλλους είναι σπαστικό όταν έχουν να κάνουν δουλειές έξω και γυρνάνε στο σπίτι τους μούσκεμα. Για εμένα είναι μια μαγεία που προσφέρει η φύση.

Εντάξει, δεν μου προκαλεί και ευφορία, αλλά μου αρέσει να την γεύομαι, να την νιώθω, να την χαζεύω, να την ακούω. Σαν κάθαρση, ένα πράγμα. Σαν να νιώθεις πως αποβάλλονται όλες οι κακές σκέψεις, όλα τα άσχημα συναισθήματα, φεύγουν οι στεναχώριες. Γιατί ξέρεις πως μετά βγαίνει πάντα το ουράνιο τόξο.

Είναι και αυτή η μυρωδιά του φρεσκονοτισμένου χώματος...μαστούρα! Και η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή μετά, που νιώθεις να αναπνέεις κύματα οξυγόνου. Για εμάς τουλάχιστον που ζούμε στην Αθήνα, φαντάζομαι πως κάπως έτσι είναι.

Η μοναδική στιγμή που μίσησα την βροχή ήταν στην κηδεία της μαμάς μου. Έβρεχε ακατάπαυστα, πράγμα που έκανε πιο έντονη την στεναχώρια μου. Μου πήρε καιρό να την αγαπήσω ξανά, γιατί κάθε φορά που έβρεχε ερχόταν η ίδια εικόνα....η μαμά εκεί....


Βρέχει σήμερα και μου φέρνει μια γλυκιά μελαγχολία στην ψυχή. Και θέλω να σταθώ έξω με τα χέρια ανοιχτά και το κεφάλι να κοιτάζει προς τον ουρανό και το νερό να πέφτει επάνω μου....λυτρωτικό. Κάποια πράγματα είναι ωραία να μην τα μοιράζεσαι τελικά.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ένα δολάριο και έντεκα σεντς

Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα, του για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.

Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του, αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.

- “Τι θέλεις;” την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος.
“Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω”.
Τότε η μικρή του είπε:
- “Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου, που είναι πολύ άρρωστος, και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!“

- “Συγγνώμη”, της απάντησε αυτός,” αλλά δεν πουλάμε θαύματα”.

- “Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα…” .

Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.

- “Δεν ξέρω”, του απάντησε με μάτια βουρκωμένα.
“Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό, θέλω να πληρώσω εγώ, με τα δικά μου χρήματα”.

Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει.
Η μικρή του απάντησε: «Ένα δολάριο και 11 σέντς, κι αν χρειασθούν και άλλα θα τα βρω».

-” Τι σύμπτωση”, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος.
“Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό. Ένα δολάριο και 11 σεντς!“

Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε: «Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα».

Ο καλοντυμένος κύριος ήταν ο Κάρτον Άρσμποργκ, ο γνωστός νευροχειρουργός.
Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία και ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής.
- “Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα”, ψιθύρισε η μαμά.
“Απορώ πόσο θα κόστισε”.

Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: «ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού…

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν το φλερτ

Κάποτε υπήρχε ένα στέκι. Μαζευόντουσαν οι παρέες, έπινα τα ποτά τους, συζητούσαν, γελούσαν. Πέρναγαν καλά. Και ξεκινούσε το παιχνίδι. Αντάλλασσαν ματιές και χαμόγελα με την διπλανή παρέα, πλησίαζαν πιο κοντά, φλέρταραν για ώρα και λίγο πριν το τέλος της βραδιάς, ο άντρας έκανε την κίνηση και ζητούσε το τηλέφωνο της κοπέλας. Για να την πάρει τηλέφωνο να ξαναβρεθούν. Και ξαναβρισκόντουσαν και τα βράδια μίλαγαν στο τηλέφωνο, για να ακούσουν ο ένας την φωνή του άλλου και να κοιμηθούν με μία ωραία ανάμνηση μέχρι να ξαναβρεθούν.

Τέλη 2012
Facebook, twitter. Χιλιάδες φίλοι και followers. Βάζεις μία ωραία φωτογραφία, βροχή οι προτάσεις. Περνάμε στο παρασύνθημα με συνοπτικές διαδικασίες: "πότε θα σε δω;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. Ραντεβού στα τυφλά. Άντε και βγήκες. Και πέρασες ωραία. Και η παρόρμηση σου να βρεθείς με έναν άγνωστο, ήταν ανώδυνη. Και λέτε να ξαναβρεθείτε. Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. PM ή DM. 

Μην τα πολυλογούμε, πηδιέστε. Μια χαρά το σεξ, όλα καλά. Και εκεί που λες "έχουμε ενώσει τα κορμιά μας, περνάμε καλά, λογικά πάει νορμάλ το πράγμα", δέχεσαι PM ή DM: "πέρασα πολύ όμορφα μωρό μου. Θα σε ξαναδώ;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. 

Θα σου στείλει λουλούδια...σε ηλεκτρονική κάρτα. Θα ομολογήσει τον έρωτα του με ένα post. Θα χαίρεται να σε βλέπει σε φωτογραφίες. 
Αλλά θα είναι κουρασμένος για να βγείτε. Αφού θα τα πείτε "μέσα" μωρέ!

Μήπως το χάσαμε το παιχνίδι; τί έγινε; είναι θέμα θάρρους; διάθεσης; ανασφάλειας; τί είναι και έχει χαθεί η μαγεία του φλερτ; Πόσο ψεύτικο φαντάζει....