Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Μα δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!

Λένε πως τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή των παιδιών. Δικαίως. Λίγο τα δώρα, λίγο η προσοχή των μεγάλων, γίνονται αυτές οι γιορτινές μέρες, "οι μέρες τους".

Θυμάμαι ωσάν παιδάκι να περιμένω με ανυπομονησία τις γιορτές για δύο λόγους: ο ένας είναι γιατί έχω την γιορτή μου και έπαιρνα διπλό δώρο. Ο δεύτερος, γιατί ήμουν η πιο μικρή από τα ξαδέρφια μου και ασχολιόντουσαν όλοι μαζί μου. Την παραμονή των Χριστουγέννων μαζευόταν όλο το σόι στο δικό μας σπίτι, αφού γιορτάζαμε εγώ και η γιαγιά μου, οι Ευγενίες. Αυτό σήμαινε πως το σπίτι μοσχοβολούσε κανελογαρίφαλα και φρέσκο βούτυρο, ενόσω στην κουζίνα ψηνόταν το γεμιστό κοτόπουλο με κιμά και κουκουνάρι. Όσο δούλευε η μαμά, της έκαναν δώρο από την εταιρεία της μία γαλοπούλα, αλλά κανείς τους -πλην εμού-δεν την έτρωγε, οπότε η μαμά γέμιζε ένα μεγάλο κοτόπουλο. Φυσικά, δεν είχαμε μόνο αυτό στο τραπέζι. Μαζευόμασταν περίπου 10 άτομα, εκ των οποίων τα 3 ήταν παιδιά φαγανά. Μπινελίκια, τυροπιτάκια, σαλάτες κ.λ.π. γέμιζαν πάντα το -ομολογουμένως-μεγάλο τραπέζι μας. Ο μπαμπάς άναβε από το πρωί τα φωτάκια στο δέντρο (κάθε χρόνο το ίδιο) και εγώ χάζευα τις φιγούρες στην φάτνη. Έπειτα φόραγα το καλό μου φόρεμα (ένα μπλε βελούδινο), τον βαφτιστικό μου σταυρό που μου έφτανε μέχρι το γόνατο  και χάζευα την μαμά μου που ετοιμαζόταν. Τι όμορφη που ήταν! Μέχρι να έρθουν οι καλεσμένοι έβλεπα τα παραμύθια στην τηλεόραση και προσπαθούσα να μαντέψω τι δώρα θα μου έφερναν οι συγγενείς. Μόλις ερχόντουσαν, τους έσκαγα ένα φιλί και μετά έσκιζα κόλλες περιτυλίγματος. Ήμουν τυχερό και ευλογημένο παιδάκι, γιατί τα δώρα που έπαιρνα ήταν πάντα αυτά που ήθελα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι η μαμά μου τους σφύριζε τι είχα κοζάρει στα καταστήματα παιχνιδιών και έτσι στην γιορτή μου περνούσα πάντα ωραία! Για να μην ζηλεύει ο αδερφός μου, του έφερναν και εκείνου ένα μικρό δωράκι, πράγμα που δεν συνέβαινε του Αγίου Κωνσταντίνου σε εμένα, αλλά ας όψεται. 

Ανήμερα των Χριστουγέννων, η ίδια σύνθεση συγγενών μαζευόταν στο σπίτι της νονάς-θείας μου καθώς την λένε Χριστίνα. Άλλο ένα γεμάτο τραπέζι με καλούδια και μετά γλυκά. Οι μεγάλοι έπιναν κρασί και εμείς coca-cola. Το να μας επιτρέπουν να πίνουμε ένα ποτήρι αναψυκτικό το θεωρούσαμε μεγάλη χάρη από την πλευρά των γονιών μας. Δεν συζητώ όταν ο ξάδερφός μου, ο Άγγελος, μεγάλωσε και μπορούσε να πίνει μπύρα! Αναρωτιόμουν πότε θα έρθει η ηλικία να το κάνω κι εγω αυτό. Αυτό που θυμάμαι έντονα από το τραπέζι της νονάς μου και περίμενα κάθε χρόνο να δω, ήταν το ψιλοκομμένο μαρούλι στη σαλάτα. Ακόμη δεν την έχω ρωτήσει πόση ώρα της έπαιρνε για να το κόψει τόσο ψιλό που θύμιζε μαλλιά. Εννοείται πως δεν έμενε ούτε στάλα στη γαβάθα. Μετά οι μεγάλοι απλώναν κοιλιές και κουβέντιαζαν, ενώ εμείς τα μικρότερα ξεκινούσαμε παιχνίδι με τα στομάχια στο λαιμό. 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και αλλαγή χρόνου ερχόντουσαν πάλι όλοι στο δικό μας σπίτι. Ξανά μαγειρέματα και μυρωδιές στο σπίτι. Ένα από τα φαγητά που έφτιαχνε σίγουρα η μαμά ήταν κατσικάκι στο  φούρνο με πατάτες. Νομίζω πως το έκανε πιο πολύ γιατί απολαμβάναμε όλοι να χαζεύουμε την γιαγιά μου να ταλαιπωρεί τα κοκκαλάκια και να γεμίζει τον χώρο δίπλα της χαρτοπετσέτες.  Εγώ περίμενα καρτερικά να αλλάξει ο χρόνος για να χωθώ κάτω από το δέντρο με τα δώρα. Το βράδυ της παραμονής ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα παπιγιόν και ως οικοδεσπότης αναλάμβανε να ανοίξει τη σαμπάνια. Κάθε χρόνο βάζαμε στοίχημα ποια λάμπα θα χτυπήσει ο φελλός. Νομίζω υπήρξε χρονιά που δε χτύπησε καμία. Μεγάλη απογοήτευση. Βάζαμε το κρατικό κανάλι για να αρχίσουμε την αντίστροφη μέτρηση και μετά σβήναμε τα φώτα και όταν τα ανάβαμε πάλι φωνάζαμε όλοι "Καλή Χρονιά" και φιλιόμασταν. Μετά τραγουδούσαμε όλοι μαζί "Πάει ο παλιός ο χρόνος" (τι ωραίο τραγούδι) και στο τραπέζι ερχόταν η βασιλόπιτα. Με μεγάλη μου λύπη, σας πληροφορώ ότι ποτέ δεν μου έτυχε το φλουρί. Αφού έτρωγα την απογοήτευση από το γλυκό, έφτανε η ώρα για τα δώρα! Ένα περίεργο πράγμα, πάλι μου είχαν φέρει όλοι αυτά που είχα λιγουρευτεί! Στη συνέχεια στρώναμε τσόχα και παίζαμε "31". Όταν ερχόταν η ώρα για "21", σήμαινε και η ώρα να παίξω με τα νέα μου παιχνίδια. Μέχρι να πάμε για ύπνο τρώγαμε βασιλόπιτα και γεμίζαμε τις μούρες μας με ζάχαρη άχνη. Ως κάποια στιγμή που, εξοντωμένη από το φαγητό, το παιχνίδι και την χαρά, αποκοιμιόμουν στον καναπέ.





Από πολύ μικρή δεν πίστευα στον Άγιο Βασίλη. Αφού με ρώταγε η νονά μου τι δώρο θέλω να μου φέρει ο Άγιος Βασίλης και μου το έφερνε εκείνη! Σταμάτησαν να με πρήζουν για τον παππούλη με το μούσι όταν τους φώναξα μια χρονιά "Μα δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!"

Μου λείπουν αυτά τα χρόνια, αλλά τα θυμάμαι με πολλή αγάπη. Και όπως προανέφερα, θεωρώ τον εαυτό μου ευλογημένο που μπορούσα να περνάω έτσι τις γιορτές. Θέλω να είμαι γερή ώστε να μπορέσω κάποια στιγμή να προσφέρω παρόμοιες στιγμές στα δικά μου παιδιά.

Καλές Γιορτές σε όλους!