Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2019

Eye for an eye

Εκείνο το πρωινό με ξύπνησε η Μπέλλα που πήγαινε πέρα-δώθε στο σπίτι, χωρίς, όμως, να γαβγίζει. Σηκώθηκα στραβωμένη πιστεύοντας πως ήθελε να την πάω βόλτα. Όταν πήγα, όμως, να της βάλω το λουρί, έφυγε και πήγε προς την μπαλκονόπορτα. "Να λιαστεί θέλει", σκέφτηκα και άνοιξα την πόρτα να βγει στην βεράντα. Πήγα στην κουζίνα πιστεύοντας πως το σκυλί θα ξάπλωνε στο πλακάκι και θα με περίμενε να πάω με τον καφέ μου. Τουναντίον, συνέχισε να πηγαινοέρχεται αλλά δεν της έδωσα σημασία. Έφτιαξα τον καφέ και βγήκα έξω σε μία ηλιόλουστη μέρα. Η Μπέλλα σταμάτησε την πιλάλα και όπως χάζευα την θάλασσα, γύρισα το κεφάλι αριστερά και είδα καπνό, πάνω από την Κινέτα. Η ώρα ήταν γύρω στις 11 το πρωί. Φώναξα τον άντρα μου και συμφωνήσαμε πως είχε ανάψει φωτιά στο Πανόραμα. Κοιτάξαμε τον κόσμο στην παραλία ο οποίος δεν έδειχνε ανήσυχος, αλλά απολάμβανε το μπάνιο του. Ανοίξαμε την τηλεόραση αλλά δεν είπαν κάτι σχετικό, άρα θεωρήσαμε ότι ήταν κάτι άνευ σημασίας και θα το έσβηναν σύντομα. 

Η φωτιά, όμως, δεν έσβηνε αλλά δυνάμωνε και εξαπλωνόταν στην περιοχή. Συνάμα δυνάμωνε και ο αέρας και ο κόσμος στην παραλία κρατούσε τις ομπρέλες και χάζευε την φωτιά. Άρχισαν να ακούγονται οι σειρήνες των πυροσβεστικών και ξαφνικά ήρθαν ελικόπτερα, σινούκ και αεροπλάνα προκειμένου να κάνουν ανεφοδιασμό μπροστά από την βεράντα μας. Μαθαίναμε από τους γείτονες και κάποιους φίλους πως εκκενώνουν τους οικισμούς στο Πανόραμα μαζί με την Κινέτα. Ο κόσμος αυτός μαζεύτηκε στους μεγάλους χώρους στάθμευσης των super market, στα σχολεία και στους γύρω δρόμους, όχι, όμως, στον κεντρικό δρόμο που ήθελαν να είναι ελεύθερος για να περνάνε άνετα τα πυροσβεστικά. Σε λίγη ώρα το χωριό είχε γεμίσει κόσμο. Τρομαγμένο κόσμο. 'Ελεγαν πως είχαν καεί οι περιουσίες τους και δεν συνειδητοποιούσαμε τι είχε συμβεί ακριβώς. 

Η ώρα περνούσε, η φωτιά δεν έσβηνε και ο άνεμος δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο. Ο ουρανός είχε κοκκινίσει και έμοιαζε σαν να ήταν βράδυ. Τα ελικόπτερα δεν μπορούσαν να γεμίσουν νερό γιατί φύσαγε τόσο πολύ που ο αέρας τα πέταγε σαν τσόφλια αυγού. Είχαμε αποφασίσει πως αν χρειαζόταν να φύγουμε δεν θα μαζεύαμε τίποτα. Θα παίρναμε το σκυλί και απλά θα φεύγαμε. Στην τηλεόραση πλέον το είχαν ως πρώτη είδηση μέχρι που ξαφνικά άρχισαν να μιλάνε για φωτιά στο Μάτι. 

Και εδώ σταματάνε όλα. Από την μία βλέπαμε την φωτιά να μας ζυγώνει και από την άλλη βλέπαμε μέσω τηλεόρασης την φωτιά να καίει τους ανθρώπους. Τους ανθρώπους! Εκείνη την στιγμή, κανείς δεν σκεφτόταν, μόνο ένιωθε: ένα μούδιασμα σε όλο το σώμα. Μία αδυναμία κινήσεων, μία θλίψη, ένα βάρος στο στήθος. Στην περιοχή έμειναν 2 αεροπλάνα με 3 μέτωπα ανοιχτά γύρω από τα Γεράνεια. Όσα πυροσβεστικά υπήρχαν στην περιοχή (και από Κόρινθο κτλ) βρίσκονταν ήδη πάνω στο βουνό στην μάχη της κατάσβεσης. Τα υπόλοιπα αεροπλάνα και ελικόπτερα είχαν πάει στο Μάτι. Αλλά ήταν αργά. Όσο βλέπαμε τις εικόνες από το Μάτι στην τηλεόραση, μελετούσαμε την κατεύθυνση του ανέμου ώστε αν αλλάξει φορά να φύγουμε. Μέχρι το βράδυ είχε περάσει το βουνό από πίσω και κατευθυνόταν προς Λουτράκι, Περαχώρα. Κανείς δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. 

Την επόμενη μέρα η θάλασσα είχε γεμίσει στάχτες και δεν μπήκε κανείς στην θάλασσα. Ο Βαρδινογιάννης από την Motor Oil δίπλα, ναύλωσε 2 βάρκες με ειδικές σκούπες που κούμπωναν στην πλώρη της  βάρκας για να καθαρίσουν τα νερά κοντά στις παραλίες και να μπορέσει ο κόσμος να κολυμπήσει. Αλλά και πάλι σε κανέναν δεν έκανε κέφι να βουτήξει. Στο χωριό οι κάτοικοι της Κινέτας και των γύρω περιοχών μας έλεγαν πως κάηκαν τα σπίτια τους, τα αυτοκίνητα τους, τα μαγαζιά τους, αλλά και αυτοί δεν γκρίνιαζαν ιδιαίτερα γιατί υπήρχαν οι νεκροί στο Μάτι. 

Σήμερα που γράφω οι νεκροί ανέρχονται στους 100! Μία ολάκερη κοινότητα εξαφανίστηκε. Οι ιστορίες των επιζώντων θα με θλίβουν πάντα, όπως του άνδρα που έπρεπε να αποφασίσει αν θα σώσει την γυναίκα του ή την μάνα του, ή της γυναίκας που θήλαζε το μωρό μέσα στην θάλασσα ενώ αυτό ήταν νεκρό...Στην Κινέτα, πέρα από τις υλικές ζημιές που σιγά-σιγά αποκαθίστανται, δεν είχαμε άλλες απώλειες. Και αυτό γιατί: α) ο μηχανισμός κινητοποιήθηκε αμέσως, β) οι Αρχές συνεργάστηκαν αποτελεσματικά και γ) οι πολίτες συμμορφώθηκαν. Εν αντιθέσει στο Μάτι τίποτα δεν λειτούργησε σωστά. Αντ'αυτού, οι επιζώντες λίγες ώρες μετά τα "άκουσαν" από υπουργούς ότι έφταιγαν οι ίδιοι που έχτισαν εκεί που έχτισαν. Κάπου υπήρχε και μία Περιφερειάρχης Αττικής που δεν εμφανίστηκε, μη μπορώντας να αφήσει από τα χέρια της το Προεδρικό Διάταγμα που την όρισε σε αυτή την θέση. Και κάτι Δήμαρχοι που περιφέρονταν και απλά φάνηκαν ανεπαρκείς στα δύσκολα.

Οι κάτοικοι στο Μάτι άκουσαν υποσχέσεις από κάποιον που λέγεται ότι είναι ο Πρωθυπουργός της Ελλάδος και επισκέφτηκε την περιοχή 2 φορές στα κρυφά. Πέντε μήνες μετά ξέρετε τι έχουν πάρει οι επιζώντες; Ναι, αυτά που φανταστήκατε. Ό,τι έχουν πάρει οι άνθρωποι είναι από ιδιωτική πρωτοβουλία. Η καταστροφή, όμως, σε όλους τους τομείς είναι μεγάλη και αυτή η πρωτοβουλία δεν είναι αρκετή.

Αναμφίβολα η φωτιά του καλοκαιριού ήταν το γεγονός του 2018. Όχι ευχάριστο, αλλά νομίζω πως κανείς δεν θα μπορέσει να ξεχάσει αυτούς τους νεκρούς. Κανείς με αισθήματα τουλάχιστον. Η εικόνα των καμμένων δέντρων, των καμμένων σπιτιών κάποτε θα φτιάξει. Αργά, αλλά θα φτιάξει. Τις ανθρώπινες ζωές, όμως, δεν θα μπορέσει κανείς να τις φέρει πίσω. Το κείμενο αυτό είναι εις μνήμην των θυμάτων με την ευχή να μην ξαναζήσουμε κάτι παρόμοιο στο μέλλον.



Σημ1: Τα ζώα που λαμπάδιασαν τα πήγαν στον κτηνίατρο του χωριού τα οποία επέζησαν όλα και επέστρεψαν στα σπίτια τους. 
Σημ2: Μάθαμε πως την ίδια μέρα το μεσημέρι υπήρξε και άλλη εστία φωτιάς στο Σουσάκι, δίπλα στην Motor Oil την οποία έσβησε σε μία ώρα ο Βαρδινογιάννης με την ιδιωτική πυροσβεστική του. Εκεί δεν φύσαγε, ε;