Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ζήσε την στιγμή

Μίρλα, γκρίνια, μανούρα με το παραμικρό. Μίζεροι άνθρωποι που λόγω οικονομικής κρίσης απέγιναν χειρότεροι. Και όσοι δεν ήταν ποτέ, κατήντησαν και αυτοί. Γιατί περί κατάντιας πρόκειται. Όλα μας φταίνε, όλα δείχνουν μαύρα, όλα και όλοι μας ενοχλούν.

Περπατάω στο δρόμο και βλέπω ανθρώπους σκυφτούς, μελαγχολικούς, με φάτσες στραβωμένες, λυπημένες, σε διαρκή ένταση και έτοιμοι για καυγά. Κανένα χαμόγελο, πουθενά φως στις ψυχές. Τα σπίτια έχουν γίνει φυλακές και υπάρχει διάχυτη η τάση φυγής. Από πού; από την ζωή που οι ίδιοι έφτιαξαν και πορεύονται σύμφωνα με τις επιλογές τους.

Και θέλω να γυρίσω και να τους σκουντήξω με δύναμη και να του πω "ξυπνήστε και ζήστε". Δύσκολο, ε; 

Ζωή είναι οι μικρές στιγμές που βιώνουμε. Και αυτό τώρα που έγραψα έγινε σε μία στιγμή η οποία πάει, χάθηκε. Και όταν το ξαναδιαβάσω θα έχει περάσει πάλι άλλη μία στιγμή. Μπορεί κάποιος που θα διαβάσει αυτό το κείμενο να θεωρήσει πως οι αισιόδοξοι ψάχνουν να βρουν φρούδες ευκαιρίες για να χαμογελάσουν. Είναι, όμως, έτσι;

Κατ' εμέ, όχι. Γιατί οι στιγμές που ζούμε δεν είναι πάντα ευχάριστες. Αλλά, όποιες κι αν είναι, τις ζούμε, γεμάτες, στο όλον τους, τις απορροφάμε και επιλέγουμε ποιες θα κρατήσουμε ως αναμνήσεις. 

Για εμένα στιγμές είναι: οι Κυριακές με τους φίλους μου στο σπίτι, τα πειράγματα μας, οι καζούρες μας, ο ήχος από τα γέλια τους. Ο σαββατιάτικος καφές με τον κολλητό μου. 

Το κούνημα της ουράς της Μπέλλας μου όταν με αντικρίζει, το κρύψιμο μέσα στο μπάνιο όταν φοβάται τα μπουμπουνητά, η χαρά της όταν της λέω να βγούμε βόλτα, τα σαλάκια της που τρέχουν όταν είναι κοντά σε φαγητό. 

Η πρώτη φορά που μου μίλησε, το χαμόγελο των ματιών του, η φωνή του, ο ήχος του τηλεφώνου όταν με καλεί, το καρδιοχτύπι όταν είναι να τον συναντήσω, η μελαγχολία όταν τον αποχωρίζομαι...

Η είδηση μιας αρρώστιας αγαπημένου προσώπου μου, ο θάνατος των γονιών μου, η μέρα που πέρασε και δεν είχα φαγητό σπίτι, το διαγώνισμα των Μαθηματικών στην α'γυμνασίου που είχα γράψει 5/20 (!), το μεσημέρι εκείνο που γλίστρησα με το αμάξι και τράκαρα στο πεζοδρόμιο.

Τόσες μα τόσες στιγμές έχω να θυμάμαι! Τις καλές εννοείται πως θέλω να τις ξαναζήσω. Από τις κακές θα κρατήσω αυτά που με δίδαξαν, αυτά που μου έδωσαν, κυρίως την διαπίστωση πως τίποτα δεν διαρκεί για πάντα και πως η υπέρ-ανάλυση γεγονότων και καταστάσεων δεν βγάζει πουθενά. Σταματήστε, λοιπόν, να σκέφτεστε πολύ και ζήστε περισσότερο. Ζήστε τις στιγμές που σας χαρίζονται καθημερινά.

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Burn! Burn! Burn!

Ο θάνατος τρομάζει. Μιλάω για αυτούς που μένουν πίσω. Ο πόνος της απώλειας είναι βαρύς. Πολλώ δε μάλλον όταν ο άνθρωπος που έχει φύγει, υπέφερε. Λένε πάντα "ξεκουράστηκε", αλλά αυτός που ζει ακόμη δεν ξεκουράζεται. Σίγουρα όχι για τα επόμενα τρία χρόνια. 
Δεν φτάνει που πεθαίνει ο άνθρωπός σου, δεν φτάνει που τον βλέπεις παγωμένο και ακίνητο να μπαίνει μέσα σε ένα ξύλινο κουτί, να θάβεται με χώμα και να πλακώνεται από μάρμαρα, θα πρέπει να περιμένεις να περάσουν τρία χρόνια για να τον βγάλεις από εκεί. 

Έχω παρευρεθεί σε δύο εκταφές, στου μπαμπά μου και στη θείας μου. Καταρχάς, είναι υποχρεωμένο τουλάχιστον ένα μέλος της οικογενείας να είναι παρών στην διαδικασία, θέλει δε θέλει. Κατανοητό. Στην εκταφή του πατερούλη μου θυμάμαι ότι καθόμουν λίγο πιο μακριά από τον τάφο του, γιατί φοβόμουν για το τι θα αντικρίσω. Ο αδερφός μου καθόταν ακριβώς πάνω από το τάφο και θαύμαζα το κουράγιο του. Τελικά η πολύωρη διαδικασία (ναι, κρατάει ώρα αυτή η δυστυχία) έλαβε τέλος και ευτυχώς το σώμα του μπαμπά είχε λιώσει. Και λέω ευτυχώς, γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν βγάζουν κόκαλα από τον τάφο. Απλά σου λένε "δεν έχει λιώσει" και το σώμα θάβεται σε άλλο σημείο και φτου και από την αρχή. Σε αυτό το σημείο να τονίσω πως αυτά που λένε περί κατανάλωσης φαρμάκων και δυσκολίας στο λιώσιμο του νεκρού δεν ισχύουν απαραίτητα. Ο μπαμπάς μου είχε καταπιεί 3 φαρμακοβιομηχανίες και μια χαρά κόκαλα έβγαλαν. Τέλος παρέμβασης. Τελικά τα οστά του μπαμπά μπήκαν σε ένα κασελάκι, ήρθε ένας παπάς, κάτι διάβασε από πάνω τους, εγώ θαύμαζα την άψογη οδοντοστοιχία του μπαμπά που είχε παραμείνει αναλλοίωτη και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που βλέπω κάποτε ήταν ο πρώτος μου έρωτας.

Στην εκταφή της θείας μου ήμουν μόνη μου. Παρέα με ένα καφέ και αρκετή νευρικότητα. Χειμώνας με ένα ελαφρύ χιόνι να πέφτει πάνω από το νεκροταφείο. Εκεί δίπλα στον τάφο έβλεπα τους εργάτες (δουλειά και αυτή...) να τραγουδάνε Καζαντζίδη (αμέ, είχαμε και μουσική υπόκρουση) να παίρνουν τις βαριοπούλες και να σπάνε τα μάρμαρα, να παίρνουν τις τσάπες και να βγάζουν χώμα και ξάφνου ο ένας εργάτης τραβάει από τα μαλλιά το κεφάλι και το ακουμπάει στο διπλανό τάφο. Κατανοώ πως οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να είναι λίγο κυνικοί, αδιάφοροι, ψυχροί, δεν είναι και ευχάριστη δουλειά να ξεθάβεις κάθε μέρα σώματα, αλλά ρε φίλε, το κεφάλι της θείας μου είναι, μην το ακουμπάς στον τάφο λες και είναι πορτατίφ! Τέλος πάντων, η διαδικασία συνεχίστηκε, πετούσαν τα κόκαλα σε ένα σημείο που είχαν απλώσει ένα σεντόνι, σε άλλο σημείο τα σκουπίδια που έβρισκαν μέσα στην τρύπα και σε κάποια φάση μου λένε "δεν έχει λιώσει". Κάτσε ρε παιδιά, τι βγάζουμε τόση ώρα; άλλον; Τελικά, ο προϊστάμενος της όλης διαδικασίας (ναι, υπήρχε και τέτοιος), ο οποίος όλη την ώρα δεν κούνησε το δαχτυλάκι του, παρά έδινε εντολές στους άλλους δύο, απεφάνθη πως έχει λιώσει (τι σκατά;) και πως θα πάνε τα οστά στο χωνευτήριο. Λέξη και αυτή...αχώνευτη. Με ρώτησαν αν θέλω να τους συνοδεύσω για να δω ότι, όντως, τα βάζουν εκεί, τους είπα ότι τους εμπιστεύομαι, υπέγραψα την χαρτούρα και έφυγα τρέχοντας. 

Σε δύο μήνες θα πρέπει να είμαι παρούσα στην εκταφή της μαμάς μου. Εδώ και τρία χρόνια δεν πατάω στο νεκροταφείο γιατί δεν θέλω να βλέπω έναν ψυχρό χώρο (δεν βοηθάνε τα κυπαρίσσια)  και να σκέφτομαι πως εκεί μέσα είναι η βασίλισσα μου. Μπορεί να λένε πως η ψυχή έχει πάει αλλού, αλλά το σώμα είναι ακόμη εκεί, να θυμίζει πως ο άνθρωπός σου δεν έχει φύγει ακόμη. Γιατί θα πρέπει ο οιοσδήποτε να το περνάει αυτό; Να περιμένει τρία χρόνια για να δεχτεί πως κανείς δεν θα γυρίσει πίσω, έφυγε για πάντα;

Καύση. Φεύγει η ψυχή, να φύγει και το σώμα. Τι νόημα έχει η ταφή του; Εγώ έξοδα και πόνο βλέπω. Και την βάναυση διαδικασία της εκταφής που σε υποχρεώνει να τα ζεις όλα από την αρχή. Καύση παιδιά, καύση.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Φλεγμονή στον εγκέφαλο

Έχει ειπωθεί πολλάκις, νομίζω το έχω αναφέρει κι εγώ στο παρελθόν, πως η παρούσα κρίση δεν είναι οικονομική, αλλά είναι κρίση ηθών και αξιών. Ένας σταρχιδισμός, ένας ωχαδερφισμός, μία γενικότερη αδιαφορία που κάνει τις εξαιρέσεις να γίνονται είδηση!

Άκουσα τελευταία την φράση "δεν έχω χρόνο να φροντίσω τους κώλους άλλων, έχω να σκεφτώ τον δικό μου" και ευτυχώς μου έκανε έκπληξη. Και λέω ευτυχώς για να μην νιώθω ότι έχω πέσει κι εγώ σε αυτή τη λούμπα των καιρών. Δεν είναι υποχρεωμένος κάποιος να βοηθάει τον διπλανό του, αν και νόμιζα πως αυτό είναι στην φύση του ανθρώπου. Αλλά το να το ομολογεί τόσο απροκάλυπτα δημιουργεί μία φασαρία στα αυτιά.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνέβη τις προάλλες στην γειτονιά μου (στο Σόχο της Αθήνας, όπως την αποκαλώ): τράκαραν δύο αμάξια στην διασταύρωση. Δεν κουνήθηκε κανείς από τους παρευρισκόμενους γύρω από αυτή! Δεν έριξαν καν ένα βλέμμα προς την διασταύρωση, παρά συνέχισαν να παίζουν τάβλι. Όταν τους είπα "παιδιά, τράκαραν στην γωνία", η απάντηση που πήρα ήταν "ε και; πρώτη φορά είναι;". Δεν ήταν τόσο τα λεχθέντα που με ξένισαν, αλλά η αντίδραση, ή μάλλον η μη αντίδραση. Σκέφτηκα αμέσως πως αν κάποια στιγμή φωνάξω "βοήθεια" θα νομίσουν πως μιλάω στον τηλεφωνητή του ΙΚΑ και δεν θα ασχοληθεί κανείς μαζί μου.

Και αυτό ήταν ένα πολύ απλό παράδειγμα. Τόσα και τόσα συμβαίνουν καθημερινά και δη στις διαπροσωπικές σχέσεις. Αδιαφορία για τα θέλω, τα πιστεύω, τις ανάγκες των άλλων και μότο της ζωής "μακριά από τον κώλο μας και ας μπει όπου να'ναι". Απαθείς ακροατές για το φαίνεσθαι, σκέψεις "βρε τι έπαθε ο άνθρωπος, ευτυχώς δεν το έπαθα εγώ", ανάγκη για επιβίωση επί πτωμάτων (κυριολεκτικά σε πολλές περιπτώσεις) και η ευαισθησία να περιορίζεται σε φιλανθρωπίες και κοινές δράσεις με άγνωστο αποτέλεσμα. 

Και όλο αυτό αποδίδεται στην οικονομική κρίση; δεν νομίζω. Είναι φανερό πως αυτή κρίση έγινε δικαιολογία για να βγουν στην επιφάνεια καταπιεσμένα αισθήματα και ιδέες που δεν είχαν χώρο σε μία "τακτοποιημένη" χώρα. Οι βολεμένοι έχασαν τα κεκτημένα (τα ποια;), οι υπόλοιποι αγανάκτησαν δικαιολογημένα και υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό που έμεινε ανεπηρέαστο και με το οποίο δεν θα ασχοληθώ στο παρόν. 

Και σε όλο αυτό το χάος οι περισσότεροι άνθρωποι πέφτουν ψυχολογικά και δεν βρίσκουν φως πουθενά. Κάτι λείπει, και δεν είναι τα χρήματα. Σε αυτό το σημείο θα δανειστώ μία σκέψη-φράση του Στέλιου Ράμφου ("Η λογική της παράνοιας") και θα πω πως από την Ελλάδα λείπει ένας πνευματικός ηγέτης. Αυτός που θα οδηγήσει την σκέψη στα σημαντικά της ζωής, θα δώσει όραμα και ελπίδα, όχι τάζοντας φοροελαφρύνσεις ή αύξηση μισθών και συντάξεων, αλλά προτρέποντας τους ανθρώπους να σκεφτούν και να νιώσουν. 

Ακούγεται ρομαντικό; χμ....

Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Woodcastle Memories

Λίγες μέρες πας διακοπές στο εξοχικό και αναπόφευκτα σκάνε από παντού οι αναμνήσεις...

Τότε που ήμασταν μικρά και κατεβαίναμε στην θάλασσα με τα playmobil και τις barbie και οι γονείς προσπαθούσαν να μας μαζέψουν από την θάλασσα για να ανέβουμε για φαγητό. Τα βράδια μαζευόμασταν στην γειτονιά και παίζαμε κρυφτό και κρυβόμασταν στα πιο απίθανα μέρη! Οι γονείς δεν ανησυχούσαν καθότι η γειτονιά δεν ήταν μεγάλη. Μία φωνή έβαζαν και εμφανιζόμασταν μπροστά τους. Αν δεν παίζαμε κρυφτό, μαζευόμασταν στα σκαλάκια ή στην παιδική χαρά και μιλούσαμε ή κάναμε φάρσες. Ξεφουσκώναμε ποδήλατα ή κόβαμε τα τριαντάφυλλα από τους κήπους.

Μεγαλώνοντας, ζηλεύαμε τα μεγαλύτερα αδέρφια μας που είχαν αρχίσει να βγαίνουν στην πόλη, αλλά παίζαμε μαζί τους ρακέτες και κρυφτό στην βάρκα για να μπαλατζάρουμε την ηλικιακή διαφορά. Και όλο προστίθεντο νέα παιδιά στην παρέα και μπαίνοντας στην εφηβεία ξεκίνησαν τα καρδιοχτύπια και οι αγνοί έρωτες, τα ξενύχτια στην παραλία με μουσική και κρυφές μπύρες.
Και μετά μεγαλώσαμε και εμείς και βγαίναμε στην πόλη, είτε με τα πόδια, είτε με auto-stop. Κάναμε και τα πρώτα μας μεθύσια, ακούσαμε τις τσιρίδες από τους γονείς μας, αλλά πέρα από τον πονοκέφαλο της επόμενης μέρας, θεωρούσαμε πως κάτι κατορθώσαμε. Και όλο μεγάλωνε η παρέα και πλέον τα μεσημέρια μαζευόμασταν στο "Μπαράκι" για ούζα, καφέ, τάβλι, χαζοβάρεμα και γνωρίσαμε παιδιά και από τα γύρω χωριά και γίναμε πολλοί. Τις νύχτες το πρόγραμμα ήταν "Βαβέλ", "Flight", "Ζινό", "Flight", πιτσαρία. Σε κάποια μαγαζιά συναντούσαμε τα αδέρφια μας, στα υπόλοιπα κάναμε χαζομάρες μακριά από την επίβλεψή τους. Τι χαζομάρες δηλαδή; κάνα τσιγάρο, κάνα σφηνάκι, κάνα φιλάκι.

Ξεμοναχιάσματα στον Πευκιά, κρυφά ραντεβού, ζήλιες και πολύ μα πολύ παιχνίδι.

Μέχρι που παραμεγαλώσαμε και η παρέα χάθηκε. Άλλοι άλλαξαν μέρος διακοπών, άλλοι παντρεύτηκαν και έκαναν οικογένεια, άλλοι κανένας μας δεν ξεχνάει την Συκιά. Τον τραγόπαπα, τον ψαρά, τον Μίχο, τον Λάκη, τον Τζαμίγκο, τον ψωμά που ερχόταν με το βανάκι, το τρίκυκλο του κυρ Μήτσου, τις βόλτες με τα ποδήλατα στα Καρυώτικα και τόσα μα τόσα άλλα!

Θερμές ευχαριστίες για τις αναμνήσεις στους:

Λένα, Παύλος, Μαργαρίτα, Χριστίνα, Τάσος, Νεκροταφείο, Πένυ, Έρικα, Ιωάννα, Αντρέας, Δημητράκης, Παναγιώτης, Τζωρτζίνα, Κατιάνα, Φραγκίσκος, Χρήστος, Βαγγέλης, Ρωξάνη, Λίλυ, Άννυ, Σκου, Μάριος, Αλέξης, Γιάννης, Ντίνα, Φανή, Διαμαντή, Δέσποινα, Κώστα, Σώστη, Δαμιανό, Θανάση, Στέλιο, Τερίνα, Σάσα, Νίκη, Μαρία, Κουμέντης, Βασίλης, Στέλιος, Μάξιμος, Ρόμπερτ, Μπάμπης, Λιναρδόπουλοι, Νατάσα, Τζοάνα, Έφη, Πένυ, Βασιλάκης, Λουκά και ποιούς ξεχνάω;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;;

Το κείμενο αφιέρωνεται στην μνήμη του Αντώνη Λουτσίδη.

Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Εσύ γκρίνιαξες σήμερα αρκετά;

Τι όμορφη νύχτα η χθεσινή! (24-06-2014). Η εθνική μας ομάδα πέρασε στις 16 καλύτερες ομάδες του κόσμου για πρώτη φορά στην ιστορία της! Και για πρώτη φορά σε αυτή την τελική φάση είδα την Ελλαδάρα να παίζει ωραία μπάλα, με ταχύτητα, οργανωμένα και φυσικά...με ψυχή! Ναι, βοήθησε η τύχη, αλλά στο ποδόσφαιρο χρειάζεται και αυτή. Τρία δοκάρια και με δύο αναγκαστικές αλλαγές στο πρώτο εικοσάλεπτο, η τύχη όφειλε να χαμογελάσει στο τέλος! 

Χαρές και πανηγύρια όπου υπάρχει ελληνισμός, όμορφες εικόνες από τα γλέντια, με καλύτερους τους ίδιους μας τους ποδοσφαιριστές στο πούλμαν της επιστροφής! Η γλυκιά αγαλλίαση που έρχεται μετά από έναν αγχωτικό αγώνα....πανέμορφο συναίσθημα. Η μισή Ελλάδα δεν έχει φωνή σήμερα, αλλά δεν μας πειράζει!


Και δεν περνάνε λίγα λεπτά, φίλε αναγνώστη, από την λήξη του αγώνα, και ενόσω είμαστε ακόμη με τα χαμόγελα στις φάτσες, ξεκινάνε στα social media κάτι γκρίνιες, κάτι μαυρίλες, κάτι μαλακίες, με λογοπαίγνια για τον Σαμαρά και κάτι τύπου "μην χαίρεστε, θα έρθουν και άλλα μνημόνια" και γέμισε το διαδίκτυο μπαρούφες και τετριμμένες σαχλαμάρες με γερές δόσεις μιζέριας που-ω! τι έκπληξη- η πλειοψηφία των σχολίων αυτών προέρχονταν από "αριστερούς". Και αναρτήσεις για το χαράτσι της ΔΕΗ, και πως δεν θα γίνουμε πιο πλούσιοι μετά από αυτή τη νίκη και άλλα τέτοια κλαψομουνιάρικα και αναρωτιέμαι: πόσο μαλάκας είσαι ρε φίλε; 

Πόση ανάγκη έχεις να μιζεριάσεις; Γιατί δεν αφήνεις λίγο τον εαυτό σου να χαρεί; Ναι, δεν θα μπουν λεφτά στην τσέπη σου, αλλά γέμισε χαρά η ψυχή σου. Σου συμβαίνει συχνά αυτό; Αν δεν μπορείς να απολαύσεις μία τόσο μεγάλη πρόκριση και συνεχίζεις την επανάσταση του καναπέ, μίζερος και γκρινιάρης θα παραμείνεις. Χαλάρωσε και ζήστο! Και κράτα την παπαρολογία για πάρτη σου. Και αύριο μέρα είναι. 

Πέμπτη, 12 Ιουνίου 2014

Σουτ τηλεφώνημα

Ξεκινάει το Παγκόσμιο Κύπελλο απόψε και οι απανταχού ποδοσφαιρόφιλοι θα κολλήσουν στους καναπέδες για ένα μήνα. Πέρα από τα γκολ, το θέαμα, τον πανικό στις κερκίδες, στην Ελλάδα ξεχωρίζουν οι μεταδόσεις των Ελλήνων δημοσιογράφων. Ακολουθούν κάποιες που θυμάμαι:

Μανώλης Μαυρομάτης
Φυσικά και θα ξεκινούσα με τον Μανόλο. Είναι οι πιο cult περιγραφές...μακράν. Γρήγορη ομιλία, πληροφορίες αδιάφορες για τους ποδοσφαιριστές (με αλησμόνητη αυτή με τον βουδιστή Ρομπέρτο Μπάτζιο στο Ιταλία-Βουλγαρία), αλλαγή των ονομάτων (π.χ. Ντε Μπουρ, Ντε Μπερ), περιγραφή φάσεων που μόνο ο ίδιος βλέπει, χαρές-πανηγύρια-τηλεόρασεις.

Αλέκος Θεοφιλόπουλος
Ο σπορτκάστερ που ενθουσιάζεται σε δεύτερο χρόνο. Δηλαδή, "και είναι το γκολ.....ΕΙΝΑΙ ΤΟ 1-0 ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΡΑΖΙΛΙΑ!". Χαρακτηριστικό το τράβηγμα των ονομάτων, π.χ. Βαλντεράαααααμα, Ασπρίγιααααααα

Μιχάλης Τσώχος
Ουαί και αλίμονο αν πάρει ο επιτιθέμενος την μπάλα από την σέντρα. Μέχρι να γίνει φάση κοντεύει να πάθει ανακοπή ο Μιχαλάκης. Κι εμείς, επίσης. Ο πατήρ Σταύρος ήταν πιο ήρεμος. Έως πολύ.

Κώστας Βερνίκος
Λίγο που δεν ξέρει ποδόσφαιρο, λίγο που δεν μαθαίνει τα ονόματα των ποδοσφαιριστών, δεν θέλει και πολύ για να πλήξεις με τις περιγραφές του.

Γιάννης Αργυρίου
Ξυπνήστε καλέ! Αργυρίου λέω!

Στράτος Σεφτελής
Χαιρόταν για το τσάμπα ταξίδι, το γήπεδο, τους οπαδούς και αυτό φαινόταν στην γλαφυρή περιγραφή του. Δεν πα να ήταν αδιάφορος ο αγώνας; Ο Στράτος ενθουσιασμένος!

Νίκος Κατσαρός
Ο "σκουντάτε με όταν γίνεται φάση να την περιγράψω ετεροχρονισμένα και να βρω λάθος στην διαιτησία"

Χρήστος Σωτηρακόπουλος
Το αλμανάκ του ποδοσφαίρου. Δεν έχουν σημασία οι φάσεις. Σημασία έχει να μάθει ο τηλεθεατής πόσα κύπελλα έχει πάρει κάθε ομάδα, πότε, τι καιρό είχε σε κάθε αγώνα, πόσοι τραυματισμοί είχαν γίνει και ένα σωρό άλλες αδιάφορες πληροφορίες. Χρήστο, το τόπι!

Γιάννης Διακογιάννης
Τον πρόλαβα στις τελευταίες του περιγραφές και μου ακουγόταν κουρασμένος. Σε περίπτωση που είχε και σχολιαστή στο πλάι, έβγαζε καφέ, κουλουράκια και έπιανε ψιλή κουβεντούλα. 

Στα πρώτα μουντιάλ που είχα παρακολουθήσει υπήρχε κι ένας σπορτκάστερ που χρησιμοποιούσε πολύ το σχήμα λιτότητας. Π.χ. "μπαλιά όχι κακή". Νομίζω πως λέγεται Γρηγοράκης, αλλά μπορεί και να λανθάνω. 

Από σήμερα, λοιπόν, αράζω καναπέ και χαζεύω για ώρες μπαλίτσα. Πού ξέρετε; Μπορεί να έχουμε και καμία δυνατή περιγραφή....τελικού! Άντε, καλή μας απόλαυση!

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Ανακύκλωση τώρα!

Ανέκαθεν πίστευα πως αποτελώ αυτό που λέμε "μέσο τηλεθεατή". Ακόμη και τώρα που δεν παρακολουθώ πολύ τηλεόραση, πάλι πιστεύω πως αντιπροσωπεύω ένα μεγάλο κομμάτι του Έλληνα τηλεθεατή. Γιατί, κακά τα ψέματα, η ελληνική τηλεόραση έπαψε να έχει ενδιαφέρον. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις δεν κάνουν τον κανόνα. Γιατί, εκεί που πιστεύει κανείς πως θα δει κάτι διαφορετικό, βλέπει πάλι επαναλήψεις. Και δεν αναφέρομαι τόσο στα προγράμματα, όσο στα πρόσωπα.

Αλήθεια, σε ποιον έλειψε η Ρούλα Κορομηλά από την ελληνική τηλεόραση; Καλά να είναι η γυναίκα-εκτιμώ τους ανθρώπους που βγαίνουν νικητές από μία μάχη με δύσκολες αρρώστιες-αλλά γιατί επιστροφή στα τηλεοπτικά δρώμενα; Τι ακριβώς έχει να προσφέρει;

Ρίκα Βαγιάνη. Στ'αλήθεια τώρα; Επιστροφή από Αυστραλία για να πάρει εκπομπή στην δημόσια τηλεόραση; Τόσο πετυχημένη στο παρελθόν που θα σκάγαμε αν δεν την ξαναβλέπαμε;

Πέτρος Κωστόπουλος. Αν δεν του έδωσαν την εκπομπή για να τσαντίσει τους υπαλλήλους της ΙΜΑΚΟ, πραγματικά δεν ξέρω τον λόγο της τηλεοπτικής  ύπαρξής του, και δη σε πρωινή εκπομπή.

Γιώργος Λιάγκας. Λιάγκας παντού. Λιάγκας στο πρωινό, Λιάγκας στη βραδινή ζώνη, Λιάγκας στο ραδιόφωνο. Λιάγκας τώρα και στα Τρίκαλα.

Έλλη Στάη. Έκανε ένα guest στις εκλογές, προετοιμάζοντας- ενδεχομένως- την επιστροφή της. Έλλη μείνε όπου είσαι. Δε λείπεις.

Κώστας Χαρδαβέλλας. Σε αντιγραφή πανηγυρτζίδικης εκπομπής. Στην οποία, μάλιστα, δείχνει να βαριέται. Θου Κύριε!

Ήταν ορισμένα παραδείγματα τηλεοπτικών επιστροφών ή διατήρησης τηλεοπτικής παρουσίας, τα οποία προσωπικά με κουράζουν και με απομακρύνουν ακόμη περισσότερο από το χαζοκούτι. Κι αν αναλογιστώ πως υπάρχουν χιλιάδες νέα παιδιά με φρέσκες ιδέες και όρεξη, απορώ γιατί οι καναλάρχες διατηρούν τα "τηλεοπτικά απολιθώματα". Αν το κάνουν γιατί τους φέρνουν διαφημίσεις, άρα έσοδα, μάλλον δεν έχουν ψυχολογήσει καλά το τηλεοπτικό κοινό. Και αν η AGB τους δίνει νούμερα ότι έκαστη εκπομπή πάει καλά, είναι γιατί αφήνουμε ανοιχτές τις τηλεοράσεις για να ακούγεται φασαρία και να αποτρέπουμε τους κλέφτες. Λέω εγώ...

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Unconditional Love

Μεγάλωσα με αδέσποτες γάτες. Τις μαζεύαμε από το δρόμο με τον αδερφό μου και τις φροντίζαμε, τις ταΐζαμε και φυσικά παίζαμε μαζί τους κάθε που γυρνούσαμε από το σχολείο. Και παρ'όλο που πέρασα τα παιδικά μου χρόνια με γατούλες και έκλαψα πολύ όταν τις έχασα, κορόιδευα όποιον έβλεπα να κάνει σα παλαβός για το ζώο του. Μέχρι που ήρθε στη ζωή μου η Μπέλλα.

Όταν  βρήκα την Μπέλλα ήταν ένα αδεσποτάκι 4 μηνών. Σαν μωράκι που ήταν, έκλαιγε συχνά γιατί προφανώς του έλειπε η μαμά του. Την υιοθέτησα ένα μήνα πριν πεθάνει η μητέρα μου, πράγμα που-όπως έχω αναφέρει πολλάκις-το θεωρώ σημαδιακό. Όταν την έφερα σπίτι, ήταν λίγο περίεργα. "Και τώρα τι σε κάνω εσένα;" . Την αγάπησα σε δευτερόλεπτα. Την κρατούσα αγκαλιά για να νιώθει ασφάλεια. Άρχισε δειλά να εκδηλώνεται και μέσα σε λίγο διάστημα γίναμε ένα. 

Κάθισα και σκέφτηκα τα θετικά και τα αρνητικά που μου προσφέρει ο σκύλος μου. Στα αρνητικά βρήκα το ότι, όταν είναι η εποχή που μαδάει, γεμίζει το σπίτι τρίχες. Στα θετικά, όμως, βρήκα πολλά:


  • δίνεις αγάπη, παίρνεις μόνο αγάπη. Άπαξ και φροντίζεις το σκυλί σου, δεν υπάρχει περίπτωση να σε προδώσει. Θα σε αγαπάει για πάντα. Ναι, εδώ υπάρχει το "πάντα". Ακόμη κι αν το μαλώσεις, σε ελάχιστα λεπτά, θα έρθει να σε φιλήσει.
  • είναι αντικαταθλιπτικό και χαλαρωτικό. Λίγα λεπτά παιχνίδι με το σκυλί και ηρεμείς απόλυτα. 
  • έγινα ακόμη πιο τρυφερή. Όταν βλέπεις ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα να σε κοιτάει στα μάτια και να αναζητά τα χάδια σου, δεν μπορείς να αρνηθείς.
  • με έμαθε και αυτό πως η χαρά είναι στα μικρά πράγματα της ζωής. Ο ενθουσιασμός της όταν της λέω να πάμε βόλτα ή όταν της δίνω ένα μπισκοτάκι είναι αρκετός για να δώσει στην καρδιά μου ικανοποίηση και αγαλλίαση.
  • με γεμίζει ευτυχία όταν την χαζεύω να παίζει με τα παιχνίδια της ή να κάνει νάζια.
  • με έκανε να αγαπήσω ακόμη περισσότερο τους ανθρώπους και να είμαι πιο συμπονετική.


Τελικά δεν βρίσκω κανένα σοβαρό αρνητικό στην σχέση μου με το σκυλάκι μου. Ξέρω πως κάθε μέρα ανυπομονώ να γυρίσω σπίτι για να την δω, να βγούμε βόλτα, να παίξουμε και να καθίσουμε μαζί στον καναπέ να κάνουμε αγάπες. Εκτιμώ βαθύτατα τους ανθρώπους που επιλέγουν να υιοθετήσουν ένα αδέσποτο παρά να αγοράσουν. Σύμφωνα με έρευνες τα αδέσποτα έχουν μέσο χρόνο ζωής ένα χρόνο. Παγκόσμια ημέρα αδέσποτων ζώων σήμερα 04 Απριλίου. Αν έχετε την δυνατότητα (οικονομική, χώρου κλπ), υιοθετήστε ένα αδέσποτο. Μόνο καλό μπορεί να σας προσφέρει. Ποιος δεν θα ήθελε να τον αγαπάνε για πάντα;

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2014

Αχ Ελλάδα σ'αγαπώ! (ή αλλιώς, "Μία ημέρα στο ΙΚΑ")

Όλοι δυσανασχετούμε όταν πρέπει να πάμε σε μία Δημόσια Υπηρεσία. Είτε για την ταλαιπωρία στην ουρά, είτε γιατί δεν ξέρουμε αν θα εξυπηρετηθούμε, είτε γιατί υπάρχει μεγάλο ενδεχόμενο να φύγουμε με μελανιές...

Αν, όμως, σταματήσουμε να σκεφτόμαστε όλα τα δεινά που θα περάσουμε και αφήσουμε τον εαυτό μας έξω από το σύνολο, μπορούμε να γράψουμε σενάριο για ταινία. Έχει μια ομορφιά η Δ.Υ. Είναι από μόνη της ένας πολιτισμός. Ακολουθεί μία δική μου ημέρα στο ΙΚΑ και πώς την βίωσα (και) ως παρατηρητής. 

Ώρα 08.00. Ανοίγουν οι πόρτες του ΙΚΑ και ξεχύνονται οι πιστοί στον γκισέ για το χαρτάκι. Μετά από σπρώξιμο, φωνές, στρίμωγμα σαν τα πρόβατα, παίρνω το πολυπόθητο χαρτάκι προτεραιότητας. Νο 175. Πότε πέρασαν 174 πριν από εμένα; Τέλος πάντων, σκέφτηκα πως έχω καιρό μπροστά μου και πήγα απέναντι να πάρω έναν καφέ. Το μαγαζί πρέπει να έχει βγάλει περιουσία τόση, ώστε να θρέψει και δισέγγονα, μιας και είναι το μοναδικό μαγαζί τέτοιους είδους στο οικοδομικό τετράγωνο. Ωραίος καφές, ωραία και τα 3 τσιγάρα που έκανα. Όση ώρα καθόμουν, κόσμος έμπαινε και έβγαινε σιχτιρισμένος. Κατά τις 09.00 μαζεύτηκαν οι γιαγιάδες που τις κρατούσαν από το χέρι οι αλλοδαπές βοηθοί τους. Η μία για την όποια συνεννόηση και το σωματικό στήριγμα, η άλλη για τις υπογραφές. Οι περισσότερες δεν πήραν χαρτάκι. Είχαν κοπεί όλα τα νούμερα και δεν περίσσεψαν άλλα. Έφυγαν αποκαρδιωμένες. "Αύριο πάλι". 

Γύρω στις 10.00 αποφάσισα να ανηφορίσω στο "Μητρώο". Το μητρώο στο ΙΚΑ είναι κάτι σαν τον παθολόγο. Όταν δεν ξέρεις τι χρειάζεσαι, πας εκεί. Αυτό έχεις ως αποτέλεσμα σε έναν όροφο να γίνεται πανικός και στους υπόλοιπους να επικρατεί μία ηρεμία. Βρήκα μία θέση και έκατσα. Ήμασταν στο νούμερο 102. Είχαμε δρόμο. Από τα 12 γκισέ, ήταν ανοιχτά τα 8 και εργάζονταν τα δύο. Οι υπόλοιποι 6 υπάλληλοι κοίταζαν τους ασφαλισμένους με μία αηδία και απορία όταν τους έκαναν μία ερώτηση, σε στυλ "καλά, με ρωτάς στα σοβαρά; όντως δεν ξέρεις την απάντηση;" Προς τιμήν του, ένας υπάλληλος από τους οκτώ ήταν αυτός που εξυπηρετούσε πιο γρήγορα και χωρίς ύφος. (κοίτα πού φτάσαμε...να θεωρούμε τιμητικό να κάνει ο άλλος τη δουλειά του....).

Η αναμονή στο ΙΚΑ έχει διάφορες παραστάσεις. Για παράδειγμα, στην αρχή συναντάς τους ασφαλισμένους που πιστεύουν πως αν πουν το πρόβλημα τους στους υπόλοιπους 100 που βρίσκονται γύρω του θα εξυπηρετηθούν πιο γρήγορα αφού  α) έχουν δίκιο και β) ξέρουν τι θα έπρεπε να γίνει, αλλά δε γίνεται. Οι ίδιοι στις εκλογές θα  ψηφίσουν τους ίδιους που τους έφεραν σε αυτή τη κατάσταση, αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης. Όταν ξεκινάει ένας να λέει το πρόβλημά του, αρχίζουν και οι υπόλοιποι τις ιστορίες: "εγώ μία φορά στην Εφορία", "προχτές πήγα στον ΟΑΕΔ και μου είπαν αυτό" κ.ο.κ.  Φυσικά, καμία ιστορία δεν έχει αίσιο τέλος. Όταν δε, αυτές οι ιστορίες φτάνουν στον γκισέ και τις ακούει ΚΑΙ ο υπάλληλος, απαντά με αποστομωτικό ύφος "τράβα πέσ' τα στον Άδωνι". Λογικό. Πριν τον Άδωνι δούλευαν όλα ρολόι στο ΙΚΑ, τώρα χάλασαν. 

Μετά την πολυλογία των ασφαλισμένων, ξεκινάει η φωνή του εκάστοτε προϊστάμενου. "Όλα εγώ θέλετε να τα κάνω, εγώ εκτελώ οδηγίες της Διοίκησης", με την γνωστή αγένεια και το ύφος του δημόσιου νταβατζή και φυσικά με την απειλή "άντε μην σας διώξω όλους και το κλείσω το κατάστημα". (Ιωαννίδη, εσύ;). Σε αυτό το σημείο σιγοντάρουν με φωνές οι ασφαλισμένοι, πετάγονται και όσοι καθόντουσαν ήρεμα στις καρέκλες τους (εγώ έπαιζα ακόμη παιχνίδι στο κινητό), απειλές εκτοξεύονται εκατέρωθεν, μαζί με κάτι σάλια. Ο καθένας διαλαλεί το θέμα του, ένα ατελείωτο βουητό στην αίθουσα, οι φοιτητές έβγαζαν τα ακουστικά από το i-pad να δουν τι γίνεται, καροτσάκια έφευγαν στις σκάλες και μετά....σιωπή. Και ξαναγυρνάμε στους ρυθμούς μας. Υπήρχαν και μαμάδες που παρακαλούσαν από γκισέ σε γκισέ να εξυπηρετηθούν γιατί το μωρό δεν άντεχε τον κόσμο και έκλαιγε συνέχεια. Φαντάζομαι σε άλλες χώρες, τέτοιες περιπτώσεις έχουν προτεραιότητα. Εδώ το αναμενόμενο και λογικό, θέλει παρακαλετό. 

Και ήρθε η σειρά μου. Τα μάτια μου κολλημένα στον πίνακα της προτεραιότητας, μην τυχόν και χάσω το νούμερο που θα μου δείξει σε ποιο γκισέ θα πάω, γιατί οι υπάλληλοι αν δεν διακτινιστείς, ξαναπατάνε το κουδούνι και καταλήγουν 3 άτομα σε ένα υπάλληλο. Όταν πήγα στην υπάλληλο, είχε ξεμείνει η προηγούμενη κυρία να παραπονιέται, η υπάλληλος δυσανασχετούσε και της εξηγούσε πως δεν μπορεί να κάνει κάτι για την περίπτωσή της και όταν η κυρία την ρώτησε "δηλαδή, εδώ τι κάνετε; αφήνετε τον κόσμο να πεθάνει;", η υπάλληλος της απάντησε "ναι". Είναι από τους ανθρώπους που δεν λένε ποτέ ψέματα. Η δικιά μου υπόθεση πήρε 30''. Ούτε καν λεπτό. 

Στο δρόμο της επιστροφής έλεγα και ξαναέλεγα από μέσα μου "2,5 ώρες αναμονή για δουλειά 30 δευτερολέπτων". Αλλά δεν θα έπρεπε να παραπονιέμαι. Γνώρισα τον κύριο που έβγαλε ΑΜΚΑ στον 6χρονο γιο του και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί χρειαζόταν βεβαίωση από το ΙΚΑ από τη στιγμή που είναι άνεργος και πηγαίνει στην πρόνοια, την κυρία που "όταν θέλουν να πληρώσεις όλα τα βρίσκουν", την μαμά με το μωρό στην αγκαλιά της να παρακαλεί για να εξυπηρετηθεί, την φοιτήτρια με το i-pad, τον συνταξιούχο που είχε πάει 3η φορά στο ΙΚΑ και ήλπιζε να είναι και η τυχερή....πολύ κόσμο. Και ήπια και ωραίο καφέ! Αμ πώς;

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Τα πιο ωραία ταξίδια τα έχω κάνει μαζί σου, φίλε μου

Από μικρή μου άρεσε να διαβάζω. Όχι τα μαθήματά μου, αλλά αυτά που τότε χαρακτηρίζαμε ως "εξωσχολικά". Συνήθεια που μου κόλλησε ο μπαμπάς μου, ο οποίος διάβαζε πολύ. Η μαμά πάλι, δεδομένου ότι δεν είχε τον ίδιο χρόνο στη διάθεσή της, διάβαζε πάντα το βράδυ όταν ξάπλωνε στο κρεβάτι. Στην εφηβεία μου, μου έκανε δώρο το βιβλίο "Ήμουν ένα άσχημο κορίτσι". Είμαι, πλέον, σίγουρη ότι κάτι ήθελε να μου πει. Από την άλλη ο μπαμπάς μου πρότεινε να διαβάσω το "Ένα παιδί μετράει τα άστρα". Και αυτός κάτι ήθελε να μου πει...

Μεγάλωσα, λοιπόν, ανάμεσα σε βιβλία και γεμάτες βιβλιοθήκες. Στιγμές με θυμάμαι να γίνομαι αχόρταγη να διαβάσω όλα τα βιβλία που είχαμε στα ράφια. Και το κατάφερα. Θυμάμαι, επίσης, πόσο μου είχε στοιχίσει που ο νονός μου δεν με άφηνε να δανειστώ τα βιβλία του Μαρή και όταν μετά από χρόνια μία εφημερίδα τα έδινε στο φύλλο της, πήγα θριαμβευτικά στο σπίτι του για να του πω πως τώρα τα έχω σπίτι μου, δεν τα θέλω! Παιδάκι....



Τα βιβλία με ταξιδεύουν, με κάνουν να σκέφτομαι, με κρατάνε σε υπερδιέγερση, με μαθαίνουν, με συμβουλεύουν, μου δείχνουν άλλους τρόπους ζωής. Δεν έχει σημασία το είδος του βιβλίου-αν θα είναι μυθιστόρημα, ιστορικό, πολιτικό, ή ακόμη και εγκυκλοπαίδεια-όλα έχουν να προσφέρουν μία γνώση. Κάθε φορά που μπαίνω σε ένα βιβλιοπωλείο, ειδικά σε αυτά που έχουν απλωμένα τα βιβλία στους πάγκους τους, βυθίζομαι στη μυρωδιά του χαρτιού που αποπνέει το βιβλίο που δεν το έχει ανοίξει κανείς. Κάθομαι και τα χαζεύω με τις ώρες, θέλω να τα διαβάσω όλα, να ρουφήξω τις λέξεις τους! Εντάξει, μετά βλέπω ότι έχουν απλώσει και καμιά εικοσαριά της Λένας Μαντά και μου φεύγει η όρεξη. Αλλά και πάλι θα νιώσω το ίδιο πάθος όταν πέσει στα χέρια μου ένα βιβλίο, να το κατασπαράξω, να ηχήσουν οι λέξεις στα αυτιά μου σαν βεγγαλικά και να με μεταφέρουν μακριά από τη ρουτίνα.

Εννοείται πως το καλύτερο δώρο που μπορεί κάποιος να μου δώσει είναι ένα βιβλίο. Και είναι το μόνο που δεν μπαίνω στη διαδικασία να αλλάξω, ακόμη κι αν η υπόθεσή του στο οπισθόφυλλο του δεν με συγκινεί. Θα το διαβάσω. Θα του δώσω το χρόνο μου. Και αν στο τέλος δεν μου αρέσει, πάλι ευτυχισμένη θα είμαι. 

Αν ποτέ με αναζητήσετε θα είμαι είτε σε έκθεση βιβλίου είτε σε bazaar βιβλίων. Κάπου εκεί χωμένη στις σελίδες τις παλιές ή τις καινούριες, τις πιο μοντέρνες, θα φαντάζομαι, θα ονειρεύομαι. Και πού ξέρετε; ίσως κάποτε διαβάσετε και το δικό μου όνομα στους τίτλους!

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

4 Φεβρουαρίου. Παγκόσμια ημέρα κατά του καρκίνου.

Καρκίνος. Επάρατη νόσος. Καταραμένη αρρώστια. Όπως και αν το γράψεις, όπως και να το πεις, η εικόνα που σου έρχεται στο μυαλό είναι μία: πόνος. 


Σωματικός πόνος για αυτόν που πάσχει, ψυχολογικός πόνος για αυτόν που του συμπαραστέκεται.

Δεν μπορώ να γράψω πολλά για αυτόν που νοσεί, παρά μόνο από διηγήσεις όσων, φυσικά, επέζησαν. Στο άκουσμα της λέξης λυγίζουν τα πόδια, ξεκινάει η αντίστροφη μέτρηση, ακόμη και αν ο γιατρός πει πως είναι ιάσιμος. Χιλιάδες σκέψεις περνάνε από το μυαλό. "Θα ζήσω; Και αν ναι, πώς θα είναι η ζωή μου;" Και μετά ξεκινάει η σωματική και ψυχολογική παρακμή: αδυναμία, κιτρίνισμα, απώλεια βάρους, χημειοθεραπείες, ακτινοβολίες, φάρμακα, πόνος.  Όλα αλλάζουν. Και κυρίως η αντίληψη για τη ζωή. Λένε πως όποιος έχει επιζήσει του καρκίνου είναι νικητής. Και όσοι έχουν "φύγει", τι; Δεν πάλεψαν; Για εμένα, αυτοί έδωσαν την μεγαλύτερη μάχη της ζωής τους με έναν αντίπαλο απρόσκλητο, ιταμό, δυνατό, με μόνο όπλο την ψυχολογία τους και έχασαν, ηττημένοι από τα βασανιστήρια.

Ο καρκίνος δεν αγγίζει μόνο όσους νοσούν, αλλά και όσους βρίσκονται δίπλα τους, για να δώσουν δύναμη, αγάπη, συμπαράσταση. Θέλει μεγάλα ψυχικά αποθέματα για να μπορέσει κάποιος να το καταφέρει. Πανικός καταβάλει και αυτόν που μαθαίνει ότι ο άνθρωπος του νοσεί. "Θα πεθάνει;". Πρώτη ερώτηση. "Όχι, δεν θα πεθάνει". Πρώτη απάντηση. Τα συναισθήματα του συμπαραστάτη έχουν ένα εγωιστικό χαρακτήρα: δεν θέλει να φύγει από την ζωή ο αγαπημένος του. Είναι ένα συναίσθημα που κυριαρχεί καθ'όλη τη διάρκεια της νόσου. Αυτό, όμως, γίνεται και αρωγός στην προσπάθεια που καταβάλει προκειμένου να δώσει κουράγιο στον καρκινοπαθή.

Το χειρότερο, όμως, συναίσθημα που νοιώθει είναι η αδυναμία να τον σώσει, να τον κρατήσει στη ζωή. Να τον βλέπει να μαραζώνει μέρα με τη μέρα και να μην μπορεί να το σταματήσει. Βάρβαρο συναίσθημα. Καίει. Στέκεται ανήμπορος και συναντάει ένα βλέμμα που του λέει "άφησε με, δεν μπορώ άλλο". Εκείνη την ώρα μπερδεύεται η καρδιά με τη λογική. Η καρδιά που αρχίζει να νοιώθει την απώλεια και η λογική που υπαγορεύει την παραίτηση από κάθε προσπάθεια για να "ξεκουραστεί" το σώμα και η ψυχή του πάσχοντα. Από προσωπική εμπειρία, μπορώ να πω πως ο εγωισμός δεν με άφησε να παραιτηθώ κι ας έβλεπα τους αγαπημένους μου να υποφέρουν και να έχουν γίνει σκιά του εαυτού τους. Δεν ήθελα να τους χάσω, απλά.

Δεν υπάρχει συνταγή, δεν υπάρχει τρόπος. Το μόνο που μπορεί να βοηθήσει σε αυτό το Γολγοθά, είναι η καλή ψυχολογία. Και από τις δύο πλευρές. Καλή δύναμη σε όσους βρεθούν στην όποια θέση. Ευχή μου να μην βρεθείτε ποτέ.