Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Burn! Burn! Burn!

Ο θάνατος τρομάζει. Μιλάω για αυτούς που μένουν πίσω. Ο πόνος της απώλειας είναι βαρύς. Πολλώ δε μάλλον όταν ο άνθρωπος που έχει φύγει, υπέφερε. Λένε πάντα "ξεκουράστηκε", αλλά αυτός που ζει ακόμη δεν ξεκουράζεται. Σίγουρα όχι για τα επόμενα τρία χρόνια. 
Δεν φτάνει που πεθαίνει ο άνθρωπός σου, δεν φτάνει που τον βλέπεις παγωμένο και ακίνητο να μπαίνει μέσα σε ένα ξύλινο κουτί, να θάβεται με χώμα και να πλακώνεται από μάρμαρα, θα πρέπει να περιμένεις να περάσουν τρία χρόνια για να τον βγάλεις από εκεί. 

Έχω παρευρεθεί σε δύο εκταφές, στου μπαμπά μου και στη θείας μου. Καταρχάς, είναι υποχρεωμένο τουλάχιστον ένα μέλος της οικογενείας να είναι παρών στην διαδικασία, θέλει δε θέλει. Κατανοητό. Στην εκταφή του πατερούλη μου θυμάμαι ότι καθόμουν λίγο πιο μακριά από τον τάφο του, γιατί φοβόμουν για το τι θα αντικρίσω. Ο αδερφός μου καθόταν ακριβώς πάνω από το τάφο και θαύμαζα το κουράγιο του. Τελικά η πολύωρη διαδικασία (ναι, κρατάει ώρα αυτή η δυστυχία) έλαβε τέλος και ευτυχώς το σώμα του μπαμπά είχε λιώσει. Και λέω ευτυχώς, γιατί υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν βγάζουν κόκαλα από τον τάφο. Απλά σου λένε "δεν έχει λιώσει" και το σώμα θάβεται σε άλλο σημείο και φτου και από την αρχή. Σε αυτό το σημείο να τονίσω πως αυτά που λένε περί κατανάλωσης φαρμάκων και δυσκολίας στο λιώσιμο του νεκρού δεν ισχύουν απαραίτητα. Ο μπαμπάς μου είχε καταπιεί 3 φαρμακοβιομηχανίες και μια χαρά κόκαλα έβγαλαν. Τέλος παρέμβασης. Τελικά τα οστά του μπαμπά μπήκαν σε ένα κασελάκι, ήρθε ένας παπάς, κάτι διάβασε από πάνω τους, εγώ θαύμαζα την άψογη οδοντοστοιχία του μπαμπά που είχε παραμείνει αναλλοίωτη και προσπαθούσα να συνειδητοποιήσω ότι αυτό που βλέπω κάποτε ήταν ο πρώτος μου έρωτας.

Στην εκταφή της θείας μου ήμουν μόνη μου. Παρέα με ένα καφέ και αρκετή νευρικότητα. Χειμώνας με ένα ελαφρύ χιόνι να πέφτει πάνω από το νεκροταφείο. Εκεί δίπλα στον τάφο έβλεπα τους εργάτες (δουλειά και αυτή...) να τραγουδάνε Καζαντζίδη (αμέ, είχαμε και μουσική υπόκρουση) να παίρνουν τις βαριοπούλες και να σπάνε τα μάρμαρα, να παίρνουν τις τσάπες και να βγάζουν χώμα και ξάφνου ο ένας εργάτης τραβάει από τα μαλλιά το κεφάλι και το ακουμπάει στο διπλανό τάφο. Κατανοώ πως οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να είναι λίγο κυνικοί, αδιάφοροι, ψυχροί, δεν είναι και ευχάριστη δουλειά να ξεθάβεις κάθε μέρα σώματα, αλλά ρε φίλε, το κεφάλι της θείας μου είναι, μην το ακουμπάς στον τάφο λες και είναι πορτατίφ! Τέλος πάντων, η διαδικασία συνεχίστηκε, πετούσαν τα κόκαλα σε ένα σημείο που είχαν απλώσει ένα σεντόνι, σε άλλο σημείο τα σκουπίδια που έβρισκαν μέσα στην τρύπα και σε κάποια φάση μου λένε "δεν έχει λιώσει". Κάτσε ρε παιδιά, τι βγάζουμε τόση ώρα; άλλον; Τελικά, ο προϊστάμενος της όλης διαδικασίας (ναι, υπήρχε και τέτοιος), ο οποίος όλη την ώρα δεν κούνησε το δαχτυλάκι του, παρά έδινε εντολές στους άλλους δύο, απεφάνθη πως έχει λιώσει (τι σκατά;) και πως θα πάνε τα οστά στο χωνευτήριο. Λέξη και αυτή...αχώνευτη. Με ρώτησαν αν θέλω να τους συνοδεύσω για να δω ότι, όντως, τα βάζουν εκεί, τους είπα ότι τους εμπιστεύομαι, υπέγραψα την χαρτούρα και έφυγα τρέχοντας. 

Σε δύο μήνες θα πρέπει να είμαι παρούσα στην εκταφή της μαμάς μου. Εδώ και τρία χρόνια δεν πατάω στο νεκροταφείο γιατί δεν θέλω να βλέπω έναν ψυχρό χώρο (δεν βοηθάνε τα κυπαρίσσια)  και να σκέφτομαι πως εκεί μέσα είναι η βασίλισσα μου. Μπορεί να λένε πως η ψυχή έχει πάει αλλού, αλλά το σώμα είναι ακόμη εκεί, να θυμίζει πως ο άνθρωπός σου δεν έχει φύγει ακόμη. Γιατί θα πρέπει ο οιοσδήποτε να το περνάει αυτό; Να περιμένει τρία χρόνια για να δεχτεί πως κανείς δεν θα γυρίσει πίσω, έφυγε για πάντα;

Καύση. Φεύγει η ψυχή, να φύγει και το σώμα. Τι νόημα έχει η ταφή του; Εγώ έξοδα και πόνο βλέπω. Και την βάναυση διαδικασία της εκταφής που σε υποχρεώνει να τα ζεις όλα από την αρχή. Καύση παιδιά, καύση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου