Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Μα δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!

Λένε πως τα Χριστούγεννα είναι η γιορτή των παιδιών. Δικαίως. Λίγο τα δώρα, λίγο η προσοχή των μεγάλων, γίνονται αυτές οι γιορτινές μέρες, "οι μέρες τους".

Θυμάμαι ωσάν παιδάκι να περιμένω με ανυπομονησία τις γιορτές για δύο λόγους: ο ένας είναι γιατί έχω την γιορτή μου και έπαιρνα διπλό δώρο. Ο δεύτερος, γιατί ήμουν η πιο μικρή από τα ξαδέρφια μου και ασχολιόντουσαν όλοι μαζί μου. Την παραμονή των Χριστουγέννων μαζευόταν όλο το σόι στο δικό μας σπίτι, αφού γιορτάζαμε εγώ και η γιαγιά μου, οι Ευγενίες. Αυτό σήμαινε πως το σπίτι μοσχοβολούσε κανελογαρίφαλα και φρέσκο βούτυρο, ενόσω στην κουζίνα ψηνόταν το γεμιστό κοτόπουλο με κιμά και κουκουνάρι. Όσο δούλευε η μαμά, της έκαναν δώρο από την εταιρεία της μία γαλοπούλα, αλλά κανείς τους -πλην εμού-δεν την έτρωγε, οπότε η μαμά γέμιζε ένα μεγάλο κοτόπουλο. Φυσικά, δεν είχαμε μόνο αυτό στο τραπέζι. Μαζευόμασταν περίπου 10 άτομα, εκ των οποίων τα 3 ήταν παιδιά φαγανά. Μπινελίκια, τυροπιτάκια, σαλάτες κ.λ.π. γέμιζαν πάντα το -ομολογουμένως-μεγάλο τραπέζι μας. Ο μπαμπάς άναβε από το πρωί τα φωτάκια στο δέντρο (κάθε χρόνο το ίδιο) και εγώ χάζευα τις φιγούρες στην φάτνη. Έπειτα φόραγα το καλό μου φόρεμα (ένα μπλε βελούδινο), τον βαφτιστικό μου σταυρό που μου έφτανε μέχρι το γόνατο  και χάζευα την μαμά μου που ετοιμαζόταν. Τι όμορφη που ήταν! Μέχρι να έρθουν οι καλεσμένοι έβλεπα τα παραμύθια στην τηλεόραση και προσπαθούσα να μαντέψω τι δώρα θα μου έφερναν οι συγγενείς. Μόλις ερχόντουσαν, τους έσκαγα ένα φιλί και μετά έσκιζα κόλλες περιτυλίγματος. Ήμουν τυχερό και ευλογημένο παιδάκι, γιατί τα δώρα που έπαιρνα ήταν πάντα αυτά που ήθελα. Με τον καιρό κατάλαβα ότι η μαμά μου τους σφύριζε τι είχα κοζάρει στα καταστήματα παιχνιδιών και έτσι στην γιορτή μου περνούσα πάντα ωραία! Για να μην ζηλεύει ο αδερφός μου, του έφερναν και εκείνου ένα μικρό δωράκι, πράγμα που δεν συνέβαινε του Αγίου Κωνσταντίνου σε εμένα, αλλά ας όψεται. 

Ανήμερα των Χριστουγέννων, η ίδια σύνθεση συγγενών μαζευόταν στο σπίτι της νονάς-θείας μου καθώς την λένε Χριστίνα. Άλλο ένα γεμάτο τραπέζι με καλούδια και μετά γλυκά. Οι μεγάλοι έπιναν κρασί και εμείς coca-cola. Το να μας επιτρέπουν να πίνουμε ένα ποτήρι αναψυκτικό το θεωρούσαμε μεγάλη χάρη από την πλευρά των γονιών μας. Δεν συζητώ όταν ο ξάδερφός μου, ο Άγγελος, μεγάλωσε και μπορούσε να πίνει μπύρα! Αναρωτιόμουν πότε θα έρθει η ηλικία να το κάνω κι εγω αυτό. Αυτό που θυμάμαι έντονα από το τραπέζι της νονάς μου και περίμενα κάθε χρόνο να δω, ήταν το ψιλοκομμένο μαρούλι στη σαλάτα. Ακόμη δεν την έχω ρωτήσει πόση ώρα της έπαιρνε για να το κόψει τόσο ψιλό που θύμιζε μαλλιά. Εννοείται πως δεν έμενε ούτε στάλα στη γαβάθα. Μετά οι μεγάλοι απλώναν κοιλιές και κουβέντιαζαν, ενώ εμείς τα μικρότερα ξεκινούσαμε παιχνίδι με τα στομάχια στο λαιμό. 

Παραμονή Πρωτοχρονιάς και αλλαγή χρόνου ερχόντουσαν πάλι όλοι στο δικό μας σπίτι. Ξανά μαγειρέματα και μυρωδιές στο σπίτι. Ένα από τα φαγητά που έφτιαχνε σίγουρα η μαμά ήταν κατσικάκι στο  φούρνο με πατάτες. Νομίζω πως το έκανε πιο πολύ γιατί απολαμβάναμε όλοι να χαζεύουμε την γιαγιά μου να ταλαιπωρεί τα κοκκαλάκια και να γεμίζει τον χώρο δίπλα της χαρτοπετσέτες.  Εγώ περίμενα καρτερικά να αλλάξει ο χρόνος για να χωθώ κάτω από το δέντρο με τα δώρα. Το βράδυ της παραμονής ο μπαμπάς μου φορούσε πάντα παπιγιόν και ως οικοδεσπότης αναλάμβανε να ανοίξει τη σαμπάνια. Κάθε χρόνο βάζαμε στοίχημα ποια λάμπα θα χτυπήσει ο φελλός. Νομίζω υπήρξε χρονιά που δε χτύπησε καμία. Μεγάλη απογοήτευση. Βάζαμε το κρατικό κανάλι για να αρχίσουμε την αντίστροφη μέτρηση και μετά σβήναμε τα φώτα και όταν τα ανάβαμε πάλι φωνάζαμε όλοι "Καλή Χρονιά" και φιλιόμασταν. Μετά τραγουδούσαμε όλοι μαζί "Πάει ο παλιός ο χρόνος" (τι ωραίο τραγούδι) και στο τραπέζι ερχόταν η βασιλόπιτα. Με μεγάλη μου λύπη, σας πληροφορώ ότι ποτέ δεν μου έτυχε το φλουρί. Αφού έτρωγα την απογοήτευση από το γλυκό, έφτανε η ώρα για τα δώρα! Ένα περίεργο πράγμα, πάλι μου είχαν φέρει όλοι αυτά που είχα λιγουρευτεί! Στη συνέχεια στρώναμε τσόχα και παίζαμε "31". Όταν ερχόταν η ώρα για "21", σήμαινε και η ώρα να παίξω με τα νέα μου παιχνίδια. Μέχρι να πάμε για ύπνο τρώγαμε βασιλόπιτα και γεμίζαμε τις μούρες μας με ζάχαρη άχνη. Ως κάποια στιγμή που, εξοντωμένη από το φαγητό, το παιχνίδι και την χαρά, αποκοιμιόμουν στον καναπέ.





Από πολύ μικρή δεν πίστευα στον Άγιο Βασίλη. Αφού με ρώταγε η νονά μου τι δώρο θέλω να μου φέρει ο Άγιος Βασίλης και μου το έφερνε εκείνη! Σταμάτησαν να με πρήζουν για τον παππούλη με το μούσι όταν τους φώναξα μια χρονιά "Μα δεν υπάρχει Άγιος Βασίλης!"

Μου λείπουν αυτά τα χρόνια, αλλά τα θυμάμαι με πολλή αγάπη. Και όπως προανέφερα, θεωρώ τον εαυτό μου ευλογημένο που μπορούσα να περνάω έτσι τις γιορτές. Θέλω να είμαι γερή ώστε να μπορέσω κάποια στιγμή να προσφέρω παρόμοιες στιγμές στα δικά μου παιδιά.

Καλές Γιορτές σε όλους!

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ψωμί, Παιδεία, για ποια Ελευθερία;

Ψωμί


Ελλάδα, τέλη 2013. Αυξάνονται δραματικά οι άνθρωποι που συναθροίζονται στα συσσίτια των Δήμων, που μαζεύουν τρόφιμα από τα σκουπίδια, που περιμένουν να σχολάσουν οι λαϊκές αγορές για να μαζέψουν όσα λαχανικά και φρούτα μείνουν στο δρόμο. Αν δεν έχετε συναντήσει τέτοιους ανθρώπους στο δρόμο-πράγμα αμφίβολο-σίγουρα, έχετε ακούσει από το φιλικό σας περιβάλλον για περικοπές στο φαγητό. Πείσαμε τους εαυτούς μας για τα καλά της μεσογειακής διατροφής και το έχουμε ρίξει στα όσπρια. Δεν είναι απαραίτητα κακό, αλλά όταν γίνεται κατ'ανάγκη, και το κρέας γίνεται είδος πολυτελείας, τότε το συναίσθημα που βγαίνει είναι θλίψη.
Γιατί, με την κρίση, μας κόπηκε η επιλογή. Όχι σε όλους, αλλά σίγουρα στην μάζα. Και οι μάζες ορίζουν κάθε εποχή. Και αυτή η εποχή είναι η αυγή της εξαθλίωσης.  Εκτός και αν αλλάξει κάτι δραματικά, πράγμα που δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα, αλλά ας παραμείνουμε αισιόδοξοι. Μέχρι τότε, αλλάζουμε διατροφικές συνήθειες, μαθαίνουμε στα λίγα και εύκολα, στα όχι "μπελαλίδικα" φαγητά και λέμε "Δόξα τω Θεώ που έχω ένα πιάτο φαΐ και σήμερα".  Όσοι μπορούμε να το λέμε ακόμη.

Παιδεία

Η απαξίωση της Παιδείας σε αυτή τη χώρα δεν είναι απόρροια της οικονομικής κρίσης. Εδώ και χρόνια έχω παρατηρήσει μία αέναη προσπάθεια  να υπάρχουν χαζοί, μη σκεπτόμενοι πολίτες. Και όταν λέω "παιδεία" δεν εννοώ μόνο το σχολείο. Συμπεριλαμβάνω τις αξίες, τις παραδόσεις, τα ήθη, τον πολιτισμό. Αφαιρούμε σιγά-σιγά αυτά που μας ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους λαούς: την γλώσσα, την μουσική, το πνεύμα, το φιλότιμο (λέξη μοναδική), το σεβασμό κ.ο.κ. Βλέπουμε δίπλα μας συνανθρώπους-ρομπότ, με μία αδιαφορία και καμία διάθεση για κρίση, ερωτηματικό, απορία, όρεξη για το κάτι παραπάνω. Βαδίζουμε με παρωπίδες και δεχόμαστε ό,τι μας σερβίρουν χωρίς να το εξετάζουμε. Γιατί δεν ξέρουμε πώς να το κάνουμε. 
Ακόμη και αν κάποιος δεν μπορεί να το παρατηρήσει αυτό στην καθημερινότητά του, θα το διαπιστώσει από απλά πράγματα όπως οι μεταρρυθμίσεις  των τελευταίων ετών σε ό,τι αφορά την Παιδεία: ελάχιστες προς την σωστή κατεύθυνση. Τι κρίμα να υπάρχουν μικρές εξαιρέσεις σε αυτό τον κανόνα που παλεύουν μόνες τους για να δείξουν το αυτονόητο: την διάθεση του ανθρώπου για γνώση, εμπειρία, ζωή. 

Από τη στιγμή που δεν έχουμε Ψωμί, δεν έχουμε Παιδεία, για ποια Ελευθερία συζητάμε;

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Θυμάσαι πώς είναι;

Νοσταλγώ το παρελθόν παρ'όλο που ξέρω πως δεν εξυπηρετεί σε τίποτα. Κάθε εποχή είναι διαφορετική. Αλλά να, είναι φορές που αναπολώ την αθωότητα περασμένων ετών και, όταν την συγκρίνω με την αναλγησία του σήμερα, θλίβομαι και απογοητεύομαι. 

Τότε το "σ'αγαπώ" είχε αξία. Γέμιζε την καρδιά, πλημμύριζε το στήθος, τραγουδούσε στα αυτιά. Τότε που οι σχέσεις γίνονταν από συντροφικότητα, έρωτα, αγάπη, διάθεση για μοιρασιά. Τώρα οι σχέσεις είναι από ανάγκη επιβεβαίωσης, από αρρωστημένη μοναξιά, από έλλειψη αυτοπεποίθησης. Τώρα η προσωπικότητα και τα αισθήματα του συντρόφου είναι σε δεύτερη μοίρα από τα προσωπικά μας θέλω. 

Πόσο εύκολα ξεχνάμε; Πόσο εύκολα προδίδουμε και πόσο εύκολα το επαναλαμβάνουμε; Κατέντησε η "συγγνώμη" να ακούγεται πιο συχνά από την "καλημέρα". Πόσο, όμως, την εννοούμε; Μήπως είναι μία λέξη που ειπώνεται για να προχωρήσουμε παρακάτω; Πόσο μετανοιωμένοι είμαστε πραγματικά; Ειλικρινά, σκεφτόμαστε τον άλλο όταν προδίδουμε; Ή σκεφτόμαστε μόνο την προσωπική μας ικανοποίηση και αν γίνουμε αντιληπτοί πετάμε ένα "έχεις δίκιο" και όλα καλά;

Γιατί αν μας ένοιαζε ο άλλος πέρα από τον ίδιο μας τον εαυτό, θα σκεφτόμασταν διπλά πριν πράξουμε. Να μία απλή σκέψη: "Μήπως με αυτό που κάνω θα τον πληγώσω;". Αλλά δεν μας νοιάζει. Ξεκινάμε την σχέση λέγοντας πως η "δέσμευση" μας είναι άγνωστη λέξη και ό,τι κι αν συμβεί στην συνέχεια-για παράδειγμα, να μας ερωτευτούν-βγάζουμε την ουρά μας απ'έξω. "Εγώ σε προειδοποίησα", θα πούμε.

Οι άνθρωποι δεν είναι ρομπότ και εσύ δεν είσαι τυφλός. Σταμάτα να δίνεις διαρκώς δικαιολογίες στον εαυτό σου για κάθε μαλακία που κάνεις και ωρίμασε. Ειδάλλως, μείνε μόνος. Δεν σου φταίνει οι άλλοι να πονάνε.

Αλήθεια, θυμάσαι πώς είναι να πονάς; Τί αίσθηση αφήνει η προδοσία; Πώς είναι να σε κοροϊδεύουν; Έχεις κλάψει για σένα;

Θυμάσαι πώς είναι να αγαπάς;


Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Πολλά σερμπέτια έχω απόψε

Πριν χρόνια είχα ανακαλύψει σε μία βόλτα στο κέντρο της Αθήνας το μαγαζάκι "Τα σερμπέτια στου Ψυρρή". Ένα μικρό μαγαζί με 4 τραπέζια μέσα και άλλα τόσα έξω και με μία βιτρίνα γεμάτη από πολίτικα γλυκά. Την έβλεπες και σου έτρεχαν τα σάλια! Τα περισσότερα δεν τα ήξερα, αλλά έκτοτε επισκέφθηκα τόσες φορές το μαγαζί που μπορεί να μην τα έμαθα αλλά τα έφαγα σχεδόν όλα!

Δεν θα ξεχάσω την πελώρια πιατέλα με τα τέσσερα σιροπιαστά γλυκά που είχαμε επιλέξει με τους φίλους μου και τον κουβά από καϊμάκι που μας είχαν βάλει στην μέση. Ακόμα πίνω νερό...


Δεδομένου ότι δεν κατεβαίνω πλέον συχνά στο κέντρο, είχα πολύ καιρό να το επισκεφθώ. Σήμερα μου δόθηκε η ευκαιρία και πέρασα από το μαγαζί για να γλυκάνω το λαρύγγι μου. Το μαγαζάκι πλέον είναι αγνώριστο! Ο ιδιοκτήτης έχει νοικιάσει και το διπλανό χώρο,  έτσι έχει μεγαλώσει το κατάστημα και έχει προσθέσει αρκετά τραπέζια μέσα και έξω. Κυριακή απόγευμα και δεν είχε χώρο ούτε την τσίχλα σου να αφήσεις! Ούτως ή άλλως είχα αποφασίσει να τα πάρω σπίτι μου τα γλυκά και να τα ευχαριστηθώ στον καναπέ μου. Με απέτρεπε το γεγονός, ότι αν καθίσεις στο μαγαζί, η τιμή του γλυκού είναι διπλάσια από το να το πάρεις σπίτι, και αυτό γιατί -όπως μου είχε εξηγήσει παλαιότερα ο υπεύθυνος του μαγαζιού- είναι τσιμπημένα τα δημοτικά τέλη (για τα τραπεζάκια έξω). Δεν θα το σχολιάσω περαιτέρω αυτό.

Μπήκα, λοιπόν, μέσα στο μαγαζί, για να επιλέξω τα γλυκά που θα έπαιρνα. Όσο χάζευα τη βιτρίνα, άκουγα συνέχεια ένα "κάντε χώρο στο διάδρομο" και ένοιωθα ένα διαρκές σπρώξιμο στο σώμα. Προηγούνταν μία κυρία η οποία ήθελε και αυτή να παραγγείλει "πακέτο" και απ' ότι έμαθα αργότερα περίμενε ήδη μισή ώρα (χαρά στο κουράγιο της). Κάποια στιγμή μία υπάλληλος εδέησε να μας εξυπηρετήσει. Στη βιτρίνα δεν είχε κανένα ταμπελάκι με τις ονομασίες των γλυκών και εκτός από το καταϊφι που έκανε μπαμ, όλα τα υπόλοιπα δεν ήξερα τι ήταν.Δεν τα ρώτησα όλα, γιατί ήταν πολλά, αλλά αρκέστηκα να ρωτήσω για κάποια που μου άρεσαν στην εμφάνιση. Η υπάλληλος τα έλεγε γρήγορα και δυνατά που ένοιωθα α) χαζή και β) ότι μας έβλεπε όλο το μαγαζί. Όταν της είπα ποιά τρία να μου βάλει, μου είπε με απίστευτα ειρωνικό τρόπο "Μπα; Τα καταφέρατε;". Δεν έδωσα σημασία, λάθος μου. Με επιτακτικό τρόπο μού είπε να περιμένω έξω και θα μου τα έφερνε εκεί. Καλά, δεν τόλμησα να ρωτήσω πού θα πληρώσω! Υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να με κοιτάξει με βδελυγμία, κάτι που δεν θα το άντεχα, το ομολογώ. 

Έξω με περίμενε ο φίλος μου. Όταν του ανέφερα το περιστατικό και το υφάκι της υπαλλήλου, αποφασίσαμε να φύγουμε. Και την ώρα που κάνω στροφή να φύγω, να σου η υπάλληλος με το κουτί στα χέρια. Της είπα "στο τσακ με πρόλαβες" και μου απάντησε με το ίδιο ειρωνικό ύφος "Ε, δεν σας άργησα! Εδώ η άλλη κυρία περίμενε μισή ώρα! Και σας είπα και όλη τη βιτρίνα". Δεν ένοιωθα καλά. Την ρώτησα τι οφείλω και μου απάντησε "12 ευρώ". Ήτοι, 4 ευρώ το γλυκό. Ανέβασα πυρετό. Πλήρωσα και φύγαμε με απίστευτη τσατίλα.


Για μισό λεπτό αγαπητέ. Αμ επέκτεινες το μαγαζί, αμ προσέλαβες αγενέστατες υπαλλήλους, αμ 4 ευρώ το γλυκό; Και το ότι το μαγαζί ήταν γεμάτο εκείνη την ώρα, δεν είναι δικαιολογία για τους τρόπους των υπαλλήλων σου. Από την στιγμή που μπαίνω ως πελάτισσα στο μαγαζί σου, οφείλεις να με εξυπηρετήσεις. Το ότι δεν έχει ταμπελάκια με τις ονομασίες των γλυκών, δεν είναι δικό μου πρόβλημα αλλά δικό σου. Εκτός και αν πρέπει να παραγγέλνουμε οπτικά, τύπου "βάλε μου ένα κίτρινο, ένα με τη λιωμένη σοκολάτα" κ.ο.κ. Δεν με βλέπω να ξαναέρχομαι στο μαγαζί σου, φίλτατε. Υπάρχουν και αλλού μαγαζιά με ωραία γλυκά και με υπαλλήλους που έχουν λίγη από τη γλύκα των προϊόντων τους. 



Νευρίασα πάλι που τα θυμήθηκα. Πάω να φάω 4 ευρώ σε σοκολάτα...



Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Σε αυτό τον κόσμο δεν υπάρχουν κανόνες, μα μόνο Εξαιρέσεις

Δανείστηκα τον στίχο από το τραγούδι του Ρου για να αναφερθώ σε ένα τηλεφώνημα που με εξέπληξε ευχάριστα προχθές και θα ήθελα να το μοιραστώ.

Εδώ και καιρό με έπαιρνε κάποιος τηλέφωνο και επειδή δεν αναγνώριζα τον αριθμό, δεν το σήκωνα, θεωρώντας πως είναι από κάποια εταιρεία για να μου κάνουν προσφορά κλπ.
Ο ίδιος αριθμός με κάλεσε και την Κυριακή το μεσημέρι. Αποφάσισα να το σηκώσω. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ένας νεαρός -τουλάχιστον νεανική ακουγόταν η φωνή του- ονόματι Οικονομάκης (υπάρχει λόγος που αναφέρω το όνομά του). 

Μου είπε πως με καλούσε από το Γενικό Κρατικό, εκεί που η μαμά μου είχε κάνει την ενδοσκόπηση και βρήκε πως έχει πρόβλημα στο πάγκρεας και πρέπει να χειρουργηθεί. Ήθελε να του δώσω κάποια στοιχεία από τις βιοψίες που έκανε η μητέρα μου μετά το χειρουργείο. Και αυτό γιατί:

Διεξάγουν μία έρευνα και βρήκαν πως μεγάλο ποσοστό του ελληνικού πληθυσμού εμφανίζει τα τελευταία χρόνια πρόβλημα στο πάγκρεας, με αυξανόμενους ρυθμούς. Με ρώτησε συγκεκριμένα για έναν δείκτη, IPMS ή κάπως έτσι, (συγχωρέστε με δεν τον συγκράτησα), ο οποίος φάνηκε στην βιοψία της μαμάς μου. Ψάχνουν, λοιπόν, σε ασθενείς που έχουν στο αρχείο τους και κάνουν μία τηλεφωνική έρευνα ώστε να συλλέξουν όσο το δυνατόν περισσότερες πληροφορίες.

Ξέχασα να αναφέρω το πιο σημαντικό: την ώρα που με πήρε ο νεαρός τηλέφωνο, ετοιμαζόμουν να φύγω και μου έδωσε το τηλέφωνό του να τον καλέσω "ακόμη και το βράδυ" όπως χαρακτηριστικά μου είπε. Το βραδάκι που έκατσα να ψάξω τις εξετάσεις της μητέρας μου, με κάλεσε ξανά και περίμενε υπομονετικά μέχρι να τις βρω και να του δώσω τις πληροφορίες που ήθελε. Μου ζήτησε τέσσερις φορές συγγνώμη που μου προκάλεσε δυσάρεστες αναμνήσεις-δεν γνώριζε πως είχε πεθάνει η μαμά μου-και με ευχαρίστησε άλλες τόσες για την βοήθεια μου.

Πού θέλω να καταλήξω;
Δεν με ενδιαφέρει αν ο κ. Οικονομάκης έχει πάρει χοντρή επιδότηση για να το κάνει (αμφιβάλλω). Ξέρω πως πέρασε μία Κυριακή στο νοσοκομείο μαζεύοντας στοιχεία και πληροφορίες για μία έρευνα η οποία ενδεχομένως να σώσει ανθρώπινες ζωές. Ήταν ΕΥΓΕΝΕΣΤΑΤΟΣ, πράγμα που με έκανε κι εμένα να τον βοηθήσω όσο περισσότερο μπορώ, δίνοντας του στοιχεία και λεπτομέρειες για την πορεία υγείας της μητέρας μου, κι ας με πόναγε η ανάμνηση της. Η φωτεινή εξαίρεση του κ. Οικονομάκη με γέμισε αισιοδοξία και ελπίδα ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ενδιαφέρονται για τον άνθρωπο δίπλα τους. Και όλα αυτά από ένα δημόσιο νοσοκομείο, να τα λέμε αυτά.

Αν κ. Οικονομάκη πέσει αυτό το κείμενο στα χέρια σας, σας εκφράζω και δημόσια τα συγχαρητήρια μου για την δουλειά και την ανθρωπιά σας, με την ελπίδα να γεμίσουμε από "Οικονομάκηδες".

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Έσπασαν οι χορδές μας Βασίλη

Συναυλία στο Κατράκειο της Νίκαιας, 26 Σεπτεμβρίου 2013. Εορτασμός των 40 χρόνων του Βασίλη Παπακωνσταντίνου στην δισκογραφία. Μία γιορτή για όσους μεγάλωσαν με τα τραγούδια του. Ε, πήγα κι εγώ να το γιορτάσω.

Τι το'θελα; Εξηγούμαι:

Στην αρχή βγήκε ο Χριστόφορος Ζαραλίκος. Ο ρόλος του ήταν να προλογίζει τους τραγουδιστές και να μας κάνει να γελάμε. Εγώ δεν γέλασα. Αλλά, άντε, εγώ είμαι δύσκολος άνθρωπος για να γελάσω. Γιατί υπήρχαν πολλοί που γελούσαν. Δεν τους καταλάβαινα, αλλά μπορεί να είμαι και ηλίθια και να μην έπιανα τα αστεία. Τέλος πάντων, λίγη σημασία έχει. Ο Ζαραλίκος, λοιπόν, μας έλεγε για την θεωρία των 2 άκρων, φασισμός με άκρα αριστέρα (σύσσωμο το θέατρο απεφάνθη πως δεν υπάρχει άκρα αριστέρα), και μετά το γύρισε στο σορολόπ, καταλήγοντας πως το να είσαι άνεργος είναι καλύτερο από το να εργάζεσαι για 300€. Για να υποστηρίξει την άποψη αυτή, μας έδειξε σκηνές από το "Αν" του Παπακαλιάτη. Εκεί έπεσε πολύ γέλιο. Πόσο μας άρεσε να διακωμωδούμε για ένα δεκάλεπτο την ταινία! Εκπληκτικά! Αφού είδε πως το χιούμορ του είχε πέραση, συνέχισε να τρολάρει την Πάολα με τα παρωχημένα αστεία περί σκύλου κλπ. Μάζεψε όλες τις ατάκες από το twitter και τις κοπανούσε την μία μετά την άλλη. Πολύ γέλιο σας λέω. 

Κάποια στιγμή αποφάσισε να προλογίσει τον Σπύρο Γραμμένο με τον οποίο μας είπε πως γνωρίστηκαν στην πορεία στην Κερατέα και έκτοτε είναι κολλητοί φίλοι. Σχέσεις ζωής. 
Βγήκε, λοιπόν, ο Γραμμένος με το γνωστό ντυσιματάκι με τις τιράντες και είπε τα τραγούδια του με ύφος "σας κάνω χάρη". Πολύ διασκέδαση. Αφού δεν ήθελα να κατέβει. Δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό το παιδί αρέσει, αλλά είπαμε, είμαι και περίεργη. Βέβαια, δυσκολεύτηκα να καταλάβω κάποιους στίχους όπως:

"Μαμά μπαμπά είμαι κουκουλοφόρος
μαμά μπαμπά είμαι κακό παιδί
μαμά μπαμπά τις τράπεζες βαρούσα
μαμά μπαμπά τις έβριζες και εσύ"


Ας δεχτούμε ότι εγώ είμαι περίεργη και δεν τα καταλαβαίνω αυτά. Από κάτω, βέβαια, χαμός από τα 15χρονα. Μια ζωή στις πορείες, τα ζούσαν τα τραγούδια. Έβλεπαν την ζωή τους να περνάει μέσα από τους στίχους.

Ξαναβγήκε ο Ζαραλίκος, πάλι γέλασαν οι λοιποί, εγώ, τα γνωστά, δεν καταλάβαινα το χιούμορ, αλλά εντάξει. Προλόγισε τους Μίλτο Πασχαλίδη και Χρήστο Θηβαίο. Βγήκαν τα τζόβενα στην σκηνή να τραγουδήσουν μαζί. Με τις βότκες τους, τα τσιγάρα τους, τον πόνο τους και το χιούμορ το μεταξύ τους. Γελούσαν από κάτω, για να μην τους προσβάλλουν (όχι εγώ. Εγώ είμαι μουλάρα και ακοινώνητη).  Όσο τραγουδούσε ο Θηβαίος είχα γείρει στον ώμο της φίλης μου να ξαποστάσω λίγο. Είχε πονέσει και η κοιλιά μου από τα "γέλια". Ο Θηβαίος πρέπει να έχει ζήσει μόνο τον πόνο της αγάπης. Καμία χαρά. Ή, τουλάχιστον, αυτή δεν την τραγουδάει. Πήγε να σώσει την κατάσταση ο Πασχαλίδης που έχει και πιο δυνατά κομμάτια, μας ξύπνησε κάπως, έβαλαν και μια κοπελιά που παίζει ακορντεόν και είναι wannabe τραγουδίστρια να πει τα τραγουδάκια της, φευ, ανέβηκε ξανά ο Γραμμένος γιατί της έχει γράψει τραγούδι (καλή στιγμή για να πας να προμηθευτείς νερό και αναψυκτικά) και ξαναβγήκε ο Ζαραλίκος να προλογίσει τον Παπακωνσταντίνου.

Από κάτω το πλήθος σε παραλήρημα. "Βασίλη ζούμε για να σε ακούμε". Κι εγώ μαζί.  Αφού για αυτόν πήγα. Είχα ενθουσιαστεί! Για σπάσιμο, βγήκε στην αρχή μια τραγουδίστρια με ντύσιμο Within Temptation και τραγούδησε το "In the air tonight" του Φιλ Κόλινς. Άκυρο, αλλά δεν δώσαμε σημασία. Σε λίγο θα ερχόταν το τιμώμενο πρόσωπο.  Και βγαίνει ο Βασίλης! Με κόκκινο μπλουζάκι, κοντό, τζην και αθλητικά παπούτσια. καπνοί, το "Χρόνια Πολλά" να συνοδεύει την είσοδο του, χαμός! Γιορτή κανονική! Αμ δε! 

Ο Βασίλης άρχισε να τραγουδάει όλα τα επαναστατικά του τραγούδια και στο ενδιάμεσο να μιλάει για Παύλο Φύσσα, τα 15χρονα από κάτω να φωνάζουν "Φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες", να παροτρύνει τον κόσμο να σηκωθεί από τους καναπέδες να επαναστατήσει (το ΙΚΕΑ έχει κάψει την επανάσταση, όπως λέγεται χαριτολογώντας), τα πιτσιρίκια από κάτω να συμφωνούν (είναι τα ίδια που την επόμενη μέρα θα αράξουν στον καναπέ, πού κέφι για επανάσταση) και δωστου Άσιμο, Λοϊζο και "Οδός Ελλήνων". Καπνογόνα από κάτω, έψαχνα να δω ποιος έβαλε γκολ, πάλι εκτός πραγματικότητας εγώ, καμία "Στέλλα", κανένα "Πριν το Τέλος", κανένα έστω "Έυτυχώς που υπάρχουν πουτάνες". 

Μετά από 1,5 ώρα που ξεκίνησε να τραγουδάει ο Παπακωνσταντίνου-τόσο αντέξαμε-φύγαμε με την φίλη μου. Δεν άντεξα άλλη επανάσταση και "ζήτω η αριστερά". Με κούρασε. Ας είμαι δίκαιη, τα τραγούδια που ήθελα να ακούσω μπορεί να τα τραγούδησε μετά. Αλλά ρε Βασίλη, 40 χρόνια είναι αυτά. Δώσε κάτι στον λαό που σε αγάπησε με τις καψούρες σου. Αν ήθελα πολιτική ανάλυση καθόμουν σπίτι μου. Δεν θα τραβιόμουν μέχρι την Νίκαια-με τις καθαρές πλατείες, όπως ανέφερες-για να σε δω να τραγουδάς. Με πίκρανες Βασίλη, πολύ με πίκρανες. Θα ακούω το "Να κοιμηθούμε αγκαλιά" στο youtube. Δεν θα ξαναέρθω σε συναυλία σου Βασίλη. Προτιμώ να σε θυμάμαι όπως σε είχα εικόνα στην εφηβεία μου. Και δεν πα να γιορτάσεις και τα 80 χρόνια. Στο εύχομαι. Εγώ δεν θα είμαι εκεί. Θα είναι, όμως, οι τότε 50χρονοι, σημερινοί 15χρονοι, εξοντωμένοι από την επανάσταση, να θυμηθείτε τα παλιά. 


Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

Για αυτούς που μένουν πίσω

Απέναντι από το σπίτι μου υπάρχει μία 6όροφη πολυκατοικία. Στον πρώτο όροφο αυτής μένει μία οικογένεια αλβανών. Είναι από αυτούς που ήρθαν στις αρχές της δεκαετίας του 90', γέννησαν  και μεγάλωσαν εδώ τα παιδιά τους. Ο γιός τους είναι κάπου στα 20, ένα ωραίο παλληκάρι, τυπικός νέος της ηλικίας του. Με το τατουάζ του στον ώμο, το μηχανάκι του, την κοπελιά του. Η μαμά είναι γύρω στα 50, δείχνει ταλαιπωρημένη αλλά είναι αεικίνητη. Ο μπαμπάς είναι μικροκαμωμένος και σιωπηλός. Σχεδόν ανύπαρκτος...

Ο μπαμπάς ήταν ο μόνος που όταν με συναντούσε στο δρόμο με χαιρετούσε. Στην αρχή δεν καταλάβαινα από πού με ήξερε και με καλημέριζε, μέχρι που πριν ένα χρόνο περίπου τον είδα στο μπαλκόνι απέναντι από το δικό μου. "Εντάξει", είπα, "δεν είναι τρελός, ο γείτονάς μου είναι".

Αρχές καλοκαιριού. Είχα καιρό να δω τον γείτονά μου. Ένα απόγευμα που καθόμουν στο μπαλκόνι, τον είδα να βγαίνει στο δικό του και να κάθεται με δυσκολία σε μία καρέκλα. Ήταν ο μισός από αυτόν που θυμόμουν, ένας σκελετός. Το χρώμα του: κίτρινο. Τα μαλλιά του αραιωμένα. Το πρόσωπό του μαρτυρούσε πόνο. Έβγαινε με την σύζυγό του βόλτα, η οποία τον κρατούσε από το χέρι, στήριγμα. Περπατούσε πολύ αργά, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Μία φορά, μάλιστα, τον είδα να πηγαίνει με την οικογένειά του σε γάμο.  Τον Αύγουστο είχαν κάθε μέρα επισκέψεις στο σπίτι. Πολλές φορές δεν μπορούσε να μένει όρθιος και η επίσκεψη λάμβανε χώρα στην κρεβατοκάμαρά του. Εκεί, γύρω από το κρεβάτι του, έβαζαν τις καρέκλες και όλοι μαζί γελούσαν και του έκαναν παρέα. Εγώ, πάλι, σκεφτόμουν πως τον χαιρετούσαν. Τα βράδια αργά, ο γιος του καθόταν έξω στο μπαλκόνι με την κοπέλα του και μιλούσαν χαμηλόφωνα για να μην τον ξυπνήσουν. Η γυναίκα του διαρκώς στο πλάι του. Την είχα δει μια φορά να τον κρατάει τρυφερά στην αγκαλιά της...

Ο γείτονάς μου πέθανε πριν μία εβδομάδα. Είχα να τον δω πάνω από 3 εβδομάδες και σήμερα είδα την σύζυγό του με μαύρα. Καθόταν στο μπλακόνι στην καρέκλα που καθόταν αυτός. Έδειχνε ήρεμη, ανακουφισμένη. Όχι ανακουφισμένη επειδή πέθανε, αλλά ανακουφισμένη επειδή τελείωσε το μαρτύριό του. Όσοι δεν έχουν ζήσει ανάλογη κατάσταση, ίσως βρουν ανάλγητη την παραπάνω εικόνα. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι αγάπη.  

Στεναχωρήθηκα κι ας μην τον γνώριζα. Ήταν σαν να πέρασα κι εγώ-έστω και από μακριά-την περιπέτεια της υγείας του. Για ένα πράγμα λυπάμαι, όμως, πολύ : δεν έμαθα ποτέ το όνομα του γείτονα μου.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

ἄνδρα μοι ἔννεπε, μοῦσα

Τα αρχαία ελληνικά ήταν από τα αγαπημένα μου μαθήματα στο Λύκειο. Τα λάτρευα στη κυριολεξία. Με γοήτευε η πολυπλοκότητά τους. Τρελαινόμουν να ασχολούμαι με τα "άγνωστα" κείμενα των αρχαίων και να κάνω ανάλυση της γραμματικής και της σύνταξης τους.

Εννοείται πως είχα πάντα καλούς βαθμούς. Όχι, όμως, γιατί ήμουν φυτό και διάβαζα πολύ, αλλά γιατί ασχολούμουν με κάτι που αγαπούσα. Τότε, όπως πολλοί άλλοι, δεν καταλάβαινα για ποιό λόγο έπρεπε να τα μάθω. Απλά μου άρεσαν. Τώρα που πέρασαν αρκετά χρόνια ευγνωμονώ τους καθηγητές μου που μου έμαθαν αρχαία ελληνικά.

Καταρχάς έμαθα να μιλάω σωστά. Οι προτάσεις μου να έχουν ειρμό και μία λογική συνέχεια. Δεύτερο, και πιο σημαντικό, έμαθα ορθογραφία. Μαθαίνοντας την ρίζα κάθε λέξης, δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει κανείς λάθος. Για παράδειγμα η λέξη "συνδυασμός". Αν γνώριζαν όλοι πως προέρχεται από "συν+ δύο" δεν θα την εκτελούσαν κάθε τρεις και λίγο. Μπορεί να γίνομαι υπερβολική, αλλά ειλικρινά οφείλεται στην αγάπη που έχω για την γλώσσα μου. Όσοι ασχολούνται με τα social media, σίγουρα θα τους έχουν βγει τα μάτια με τα άπειρα ορθογραφικά λάθη πολλών χρηστών. Για να μην πω για τα greeklish που είναι η εύκολη λύση των απανταχού ανορθόγραφων. 

Δεν πιστεύω πως το μάθημα των αρχαίων ελληνικών θα πρέπει να γίνει προαιρετικό. Βλέπω μία διαρκή προσπάθεια να απλοποιήσουμε μία γλώσσα που παγκοσμίως θεωρείται από τις πιο πλούσιες και κατά γενική ομολογία έχει χαρίσει λέξεις σε άλλες γλώσσες. Η ελληνική γλώσσα είναι από τις λίγες με ένα πλούσιο λεξιλόγιο, έχοντας για κάθε έννοια μία λέξη.

Και ένα τελευταίο σχόλιο-ερωτήσεις: Αγαπητή κα Ρεπούση, σας έχω ακούσει να μιλάτε στην Βουλή. Πιστεύω πως έχετε μία καλή εκφορά του λόγου. Πώς καταφέρατε να το πετύχετε; Ήταν ένα ταλέντο που είχατε από μικρή; Το διδαχθήκατε κάπου; Αν όχι από το σχολείο, ποιός σας έδωσε το κίνητρο να ασχοληθείτε με την σωστή χρήση της γλώσσας σας;

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Βασίσου πάνω σου

Πότε γίναμε τόσο ανασφαλείς; Ήμασταν ανέκαθεν έτσι; Φταίει και για αυτό η κρίση;

Όχι, όχι. Αυτό πάει πολύ πιο πίσω. Θυμάμαι τους ανθρώπους από τότε που άρχισα να τους ερμηνεύω να αγωνίζονται για επιβεβαίωση. Εξυπνάδα, ομορφιά, καλλίγραμμο σώμα, ταλέντο, παρουσία. Όλοι σε κάτι διακρινόμαστε. Αλλά γιατί αυτή η διαρκής ανάγκη για επιβεβαίωση; Σημεία των καιρών; Ίσως.

Άνθρωποι κραυγάζουν με κάθε τρόπο "δες με", "νιώσε με", "υπάρχω κι εγώ". Παλιότερα ασχολούμασταν με το καλύτερο ντύσιμο, χτένισμα, αξεσουάρ.  Κάποτε υπήρχε η εκπληκτική μόδα με το "κοκοράκι" στα μαλλιά. Όσο πιο ψηλά, τόσο πιο in. Πόσο ζελέ θυσιάστηκε στον βωμό της μόδας! 

Μεγαλώνοντας έπρεπε να πάμε στο πιο γνωστό μαγαζί της πόλης, να μην μας πουν και άσχετους. Να κάνουμε παρέα με το πιο cool τυπάκι για να πάρουμε λίγο από την αίγλη του. Διαβάζαμε πολύ για να παίρνουμε καλούς βαθμούς και να μας καμαρώνουν όλοι. Όπου και αν κοιτάξει κανείς, μία διαρκής προσπάθεια για αναγνώριση.

Και τώρα; Νομίζω χειροτέρεψαν τα πράγματα. Τώρα κοιτάμε να ποστάρουμε την πιο ωραία φωτογραφία στο facebook, να πούμε την πιο έξυπνη ατάκα στο twitter, να κάνουμε check-in ακόμα και στο φούρνο της γειτονιάς μας. Απελπισμένες φωνές "υπάρχω". Κάνουμε σχέσεις από τον φόβο της μοναξιάς και τις διαλύουμε από τον φόβο της δέσμευσης. Όχι μόνο τις ερωτικές, αλλά και τις φιλικές. Ψάχνουμε ο κοινωνικός μας κύκλος να μας προσφέρει ικανοποίηση και όχι προβληματισμό.

Και σε όλα αυτά έχει χαθεί η προσπάθεια να βασιστούμε στους ίδιους μας τους εαυτούς.  Στηριζόμαστε σε άλλους, σε χάπια, σε οτιδήποτε μπορεί να μας βοηθήσει πλην του εαυτού μας. Και όταν ξαφνικά τον ανακαλύπτουμε βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδα, κρίσεις πανικού, κυκλοθυμικές τάσεις. Γιατί στην ανάγκη να "φανούμε" κρύψαμε την αλήθεια μας.

Πιστεύω πως όλοι οι άνθρωποι κρύβουμε δύναμη μέσα σας. Σε κάποιους ήταν εύκολο να την ανακαλύψουν, σε άλλους ίσως όχι. Χρειάζεται τσαγανό για να αντιμετωπίσουμε αυτά που θα βρούμε. Αλλά πιστέψτε με, όλα θα δείχνουν τόσο απλά και κατανοητά μετά!


Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΔΝΤ, μνημόνια κι έναν καφέ βρε παιδιά!

Να που μπήκαμε κι εμείς υπό καθεστώς κηδεμονίας. Κι έχουμε πλέον κάποιον πάνω από το κεφάλι μας να ελέγχει το πότε αναπνέουμε. Όσο αναπνέουμε ακόμα, γιατί και αυτό το βλέπω να πηγαίνει για "κούρεμα". 

Και κόπηκαν οι χαρές από τον Έλληνα. Και περιόρισε τα ταξίδια, την διασκέδαση, το φαγητό, τον ρουχισμό. Διαβάσατε καλά; περιόρισε. Γιατί ο Έλληνας κουτσά-στραβά θα βρει τρόπο να βγει, να πιει, να κοινωνικοποιηθεί. Θα κόψει από αλλού, ξέρει αυτός. 

Αυτή η κρίση, όπως όλα σχεδόν στην ζωή, έχει τα αρνητικά της και τα θετικά της. Ας δούμε αρχικά τα θετικά. Στηριζόμενη πάντα σε προσωπικές εμπειρίες και σε όσα έχουν δει τα μάτια μου.

Αυτή η κατάσταση, λοιπόν, έχει φέρει τους ανθρώπους πιο κοντά. Το "βοηθάτε αλλήλους" μπήκε δυναμικά στην ζωή μας. Στην γειτονιά παίζει πολύ η διασκέδαση ρεφενέ. Ένας βάζει το φαγητό, ο άλλος τα ποτά, ο άλλος τα κάρβουνα και πάει λέγοντας. Όποιος δεν έχει να φάει, βρίσκει ένα πιάτο φαί από τον γείτονα. 
Και ξαφνικά όλος ο κοινωνικός μας κύκλος είναι στην ίδια μοίρα και μπορούμε να καταλάβουμε τα όποια προβλήματα ανακύπτουν. Και κάπου αρχίσαμε να δίνουμε σημασία. Και κάπως γίναμε ίσοι, όλοι στον ίδιο κουβά.

Υπήρξαν, όμως, και άλλες αντιδράσεις. Λόγου χάριν, άκουσα με τα αυτιά μου να λένε "καλά να πάθει, όταν τα σκορπούσε (τα λεφτά) ήταν καλά". Χαιρέκακοι άνθρωποι βγήκαν στην επιφάνεια. Μισαλλοδοξία και φθόνος. Κουτό, αν το σκεφτεί κανείς σοβαρά, γιατί στο μέλλον θα μπρορούσε να βρεθεί ο οιοσδήποτε στην θέση του. Οκ, έκανε κακούς χειρισμούς. Έφαγε από εκεί που δεν έπρεπε. Πλούτισε "αναπάντεχα". Εις βάρος σου ενδεχομένως. Τί συμφέρον έχεις άνθρωπέ μου να μιλάς ή να σκέφτεσαι έτσι; Εκτός και αν βγάζεις το άχτι σου, οπότε πάω πάσο.

Σε προσωπικό επίπεδο, η κρίση με επηρέασε όπως όλους στα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Το κρέας περιορίστηκε στην μία φορά τον μήνα, οι βραδινές έξοδοι περιορίστηκαν στο ακέραιο, δουλεύω για να πληρώνω λογαριασμούς κ.ο.κ. Δεν μπορώ να πω ότι με έχει πιάσει κατάθλιψη γιατί ξέρω πως όλη αυτή η περιπέτεια κάποια στιγμή σύντομα θα τελειώσει. Ποτέ δεν ήμουν σπάταλη, ποτέ δεν ξόδευα αβέρτα τα λεφτά μου. Πάντα λελογισμένα. Αυτό, όμως, που μαζεύω λεπτό προς λεπτό τα φράγκα για να βγω να πιω εναν γαμωκαφέ με τους φίλους μου, ε αυτό μου έχει κοστίσει!