Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν το φλερτ

Κάποτε υπήρχε ένα στέκι. Μαζευόντουσαν οι παρέες, έπινα τα ποτά τους, συζητούσαν, γελούσαν. Πέρναγαν καλά. Και ξεκινούσε το παιχνίδι. Αντάλλασσαν ματιές και χαμόγελα με την διπλανή παρέα, πλησίαζαν πιο κοντά, φλέρταραν για ώρα και λίγο πριν το τέλος της βραδιάς, ο άντρας έκανε την κίνηση και ζητούσε το τηλέφωνο της κοπέλας. Για να την πάρει τηλέφωνο να ξαναβρεθούν. Και ξαναβρισκόντουσαν και τα βράδια μίλαγαν στο τηλέφωνο, για να ακούσουν ο ένας την φωνή του άλλου και να κοιμηθούν με μία ωραία ανάμνηση μέχρι να ξαναβρεθούν.

Τέλη 2012
Facebook, twitter. Χιλιάδες φίλοι και followers. Βάζεις μία ωραία φωτογραφία, βροχή οι προτάσεις. Περνάμε στο παρασύνθημα με συνοπτικές διαδικασίες: "πότε θα σε δω;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. Ραντεβού στα τυφλά. Άντε και βγήκες. Και πέρασες ωραία. Και η παρόρμηση σου να βρεθείς με έναν άγνωστο, ήταν ανώδυνη. Και λέτε να ξαναβρεθείτε. Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. PM ή DM. 

Μην τα πολυλογούμε, πηδιέστε. Μια χαρά το σεξ, όλα καλά. Και εκεί που λες "έχουμε ενώσει τα κορμιά μας, περνάμε καλά, λογικά πάει νορμάλ το πράγμα", δέχεσαι PM ή DM: "πέρασα πολύ όμορφα μωρό μου. Θα σε ξαναδώ;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. 

Θα σου στείλει λουλούδια...σε ηλεκτρονική κάρτα. Θα ομολογήσει τον έρωτα του με ένα post. Θα χαίρεται να σε βλέπει σε φωτογραφίες. 
Αλλά θα είναι κουρασμένος για να βγείτε. Αφού θα τα πείτε "μέσα" μωρέ!

Μήπως το χάσαμε το παιχνίδι; τί έγινε; είναι θέμα θάρρους; διάθεσης; ανασφάλειας; τί είναι και έχει χαθεί η μαγεία του φλερτ; Πόσο ψεύτικο φαντάζει....


 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Τούρτα γενεθλίων

Την τούρτα αυτή μου την έμαθε να την φτιάχνω η μαμά μου και έχει τόση επιτυχία που την φτιάχνω σε όλων των γνωστών μου τα γενέθλια. Είναι τρομερά εύκολη!

Υλικά (για μία μεγάλη πιατέλα):

-50 μπισκότα σαβουαγιάρ (αν βρείτε από ζαχαροπλαστείο, ακόμη καλύτερα)
-125γρ. κουβερτούρα (1 πλάκα)
-1 κουτί κακάο
-1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
-1 κουτί σαντιγύ Morfat
-1 κουτί γάλα εβαπορέ
-λίγο κονιάκ
-τρούφα για την διακόσμηση

Εκτέλεση:

Λιώνουμε την κουβερτούρα σε μπεν-μαρί προσθέτωντας μισό κουταλάκι του γλυκού βούτυρο. Το αφήνουμε στην άκρη. Χτυπάμε  σε ένα μπωλ με το μίξερ χειρός την σαντιγύ με το ζαχαρούχο γάλα, μέχρι να γίνουν ενιαίο μείγμα. Προσθέτουμε την λιωμένη κουβερτούρα και ανακατεύουμε με την σπάτουλα. Προσθέτουμε το κακάο, αναλόγως πόσο σοκολατένια θέλουμε να βγει η τούρτα μας. Προσοχή: όσο περισσότερο κακάο βάζουμε τόσο πιο "σκληρή" γίνεται η κρέμα και απλώνεται δυσκολότερα στο τέλος. Βάζουμε το μείγμα στο ψυγείο να σφίξει.
Σε ένα μπωλ βάζουμε το εβαπορέ με χλιαρό νερό και προσθέτουμε λίγες σταγόνες κονιάκ. Μουλιάζουμε τα σαβουαγιάρ για λίγα δευτερόλεπτα. Θέλουμε μόνο να μαλακώσουν, όχι να σπάσουν. Βάζουμε μία στρώση στην πιατέλα μας, περίπου τα μισά. Βγάζουμε από το ψυγείο το μείγμα και ρίχνουμε το μισό πάνω από τα σαβουαγιάρ. Στρώνουμε ομοιόμορφα με μία σπάτουλα. Βάζουμε άλλη μία στρώση σαβουαγιάρ κατά τον ίδιο τρόπο και από πάνω την υπόλοιπη κρέμα. Στολίζουμε με τρούφα και βάζουμε την τούρτα στο ψυγείο.

Καλή επιτυχία!

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Μυρωδιές και γεύσεις

Πόσο όμορφες είναι οι πρώτες μέρες μιας νέας σχέσης! Άπαξ και γίνει το πρώτο βήμα, ακολουθούν τα υπόλοιπα:

-περιμένεις πότε θα χτυπήσει το τηλέφωνο για να ακούσεις την φωνή του /της

-αγαπάς την μυρωδιά του/της και την αποθηκεύεις στην μνήμη σου, σαν τα σκυλιά, για να την θυμάσαι όταν θα βρίσκεται μακριά σου

-όταν τον/την συναντάς, χτυπάει η καρδιά σου με τρελούς παλμούς

-θέλεις να μοιραστείς τα πάντα μαζί του/της: τον ελεύθερο χρόνο, τις ανησυχίες, τα γέλια, τις παρέες, τα όνειρα

-γεύεσαι κάθε εκατοστό του κορμιού του/της

-στα μάτια σου είναι πανέμορφος/-η

-η φωνή του/της μεθυστική

-τα λεπτά περνάνε βασανιστικά αργά κάθε φορά που θα τον/την συναντήσεις

-ρουφάς κάθε δευτερόλεπτο μαζί του/της, προσπαθώντας να κάνεις τον χρόνο να σταματήσει

Και κάθε, μα κάθε φορά που τον/την αντικρίζεις σε πιάνει λιγούρα!!! Αχ, να κρατούσε για πάντα!

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν είναι αυτή η Αθήνα που αγαπώ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Με μία εξαίρεση κάποιων φοιτητικών μηνών στην Θεσσαλονίκη, την υπολοιπη ζωή μου την έχω περάσει στην πρωτεύουσα. 

Ανέκαθεν μου άρεσε να κάνω βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Να μπερδεύομαι ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο στο Μοναστηράκι, να χαζεύω τις βιτρίνες στην Ερμού, να πίνω καφεδάκι στα Εξάρχεια, να σκοτώνω ώρες ατελείωτες στην "Πολιτεία" με τους εραστές μου, τα βιβλία. Και πάντα έβρισκα μία αφορμή για να πάω και να χωθώ στις γειτονιές του ιστορικού κέντρου. Άλλος κόσμος. Μαγαζάκια που λειτουργούν από τον πόλεμο. Τον Α' Παγκόσμιο. Θυμάμαι που με πήγαινε η μαμά μου να ψωνίσουμε όσπρια, κλωστές, υφάσματα και πολλά, πολλά άλλα. Και έπειτα ήταν εκείνες οι χαλαρωτικές περατζάδες στον Εθνικό Κήπο, το Πεδίον Άρεως...όαση πρασίνου στην τσιμεντούπολη. 



Τον τελευταίο καιρό συνειδητά δεν έχω πάει στο κέντρο και όσες φορές έχω περάσει, ήταν όλες με το αυτοκίνητο. Συνειδητά. Η εικόνα που αντίκρυζα από το παράθυρο με απωθούσε να περπατήσω στα γνώριμα στέκια μου.  Βρωμιά και δυσωδία παντού. Άνθρωποι που δεν είναι σε αρμονία με το περιβάλλον. Και μαζεμένες όλες οι φυλές του Ισραήλ σε παρακμή.

Σήμερα κατέβηκα Πολυτεχνείο με την συγκοινωνία. Το πρώτο-αλλά αναμενόμενο σοκ-ήταν μέσα στο λεωφορείο. Με συγκράτησε το άρωμα μου και δεν ξέρασα. Και τα παράθυρα  κλειστά λόγω κλιματισμού. Κανονικός θάλαμος αερίων. 

Το δεύτερο σοκ ήταν η διαδρομή Πατησίων-Πλατεία Εξαρχείων διασχίζοντας την Στουρνάρα.  Πρεζάκια να μου την πέφτουν από παντού σαν τις μύγες, μπαλατζάροντας από την έλλειψη δόσης, παράνομοι πωλητές τσιγάρων με τα αφεντικά τους να καραδοκούν στην γωνία. Και όλα αυτά έξι η ώρα το απόγευμα. Μέχρι να φτάσω στο ραντεβού μου η καρδιά μου είχε πιάσει 160 παλμούς. Υπερβολή ε; Ο δε δρόμος κατά μήκος ήταν δημόσια ουρητήρια. Οι κάτοικοι και εργαζόμενοι στην γύρω περιοχή το έχουν δεχτεί ως μία πάγια κατάσταση. Αστυνομία ούτε κατά διάνοια. 

Συγγνώμη, αυτή θα είναι τούδε και στο εξής η Αθήνα μου;

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

My sister morphine

Η ιστορία του Τόλη συγκίνησε πολύ κόσμο. Και κυρίως τον κόσμο των social media που δεν τον ήξεραν από κοντά, αλλά τον γνώρισαν μέσω των tweets του. Έγραφε καθημερινά για την μάχη που έδινε με τον καρκίνο, αντιμετωπίζοντας τον με αισιοδοξία και πολύ χιούμορ. Στις τελευταίες αναρτήσεις του έγραφε συχνά μία λέξη: "Πονάω".

Όσοι δεν έχουμε νοσήσει-και επιζήσει-από την αρρώστια του καρκίνου, σίγουρα δε μπορούμε να ξέρουμε για τί πόνο μιλάμε. Αλλά, όλοι έχουμε έναν συγγενή, φίλο, γνωστό που τον έχουμε δει να μάχεται και δυστυχώς τις περισσότερες φορές να καταλήγει. Ούσα μία εξ αυτών, μπορώ να πω πως  οι δυσκολότερες στιγμές που αντιμετώπισα είναι όταν έβλεπα τον άνθρωπο μου να πονάει και να μην μπορώ να κάνω τίποτα. Όσοι το έχετε ζήσει, γνωρίζετε πόσο ανήμπορος νιώθεις, πόσο αδύναμος, πόσο λίγος.

Αναρωτιόμουν πάντα πώς είναι να νιώθεις τόσο πόνο. Τί μπορεί να περνάει από το μυαλό των αρρώστων εκείνη την στιγμή. Αν, όντως, θέλουν να πεθάνουν για να ηρεμήσουν. Κι εγώ εκεί, κάνοντας τον καραγκιόζη, προσπαθώντας να απαλύνω τον πόνο της ψυχής. Για τον άλλο, υπήρχε η μορφίνη. Αλλά και αυτή κάποια στιγμή σταματάει να είναι αρκετή. Και μετά ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που ο ασθενής εξαντλείται. Δεν έχει άλλη δύναμη να φωνάξει και παραδίδεται. Ελπίζοντας, ίσως, σε ένα σύντομο τέλος;

Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν πήγαινα να αγκαλιάσω τον μπαμπά μου, κι εκείνος-με όση δύναμη του είχε περισσέψει-με έδιωχνε μακριά γιατί τον πονούσα. Και στεκόμουν εκεί μη μπορώντας να κάνω κάτι, παρά μόνο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου για να μην τον διαλύσω και ψυχολογικά. Τότε αντιμετώπιζα την κατάσταση εγωιστικά: δεν ήθελα να πεθάνει, ήθελα να μείνει κοντά μου. Τώρα που έχουν περάσει χρόνια θέλω να πιστεύω πως όπου έχει πάει δεν πονάει και χαμογελάει πάλι. Ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου, η γιαγιά μου, ο ψηλός και τόσοι άλλοι.

Μαζί τους τώρα είναι και ο Τόλης. Με την ελπίδα να μην πονάει πια. Και αυτοί που μένουν πίσω; οι γονείς του, η Μαρία του, εμείς όλοι που χάσαμε κάποιον δικό μας από καρκίνο; ζούμε με τις αναμνήσεις των και με ένα αγκάθι στην καρδιά: που δεν ήμασταν ικανοί να τους ανακουφίσουμε τις τελευταίες τους στιγμές στην ζωή.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012

Just do it!

Άσχημο πράγμα να έχεις απωθημένα στην ζωή σου. Σε τρώνε σαν το σαράκι. Νιώθεις να καίγεται το στήθος κάθε φορά που τα φέρνεις στον νου. Συνεχίσεις την ζωή σου μεν, αλλά υπάρχει κάτι που σε κρατάει πίσω.

Πολλές φορές γίνονται εμμονή. Σε άλλες περιπτώσεις ένα "γιατί" τριβελίζει το μυαλό σου. Αλλά κατά βάση δεν κάνει τίποτα για να αλλάξεις αυτή την κατάσταση. Στέκεσαι και την κοιτάς μοιρολατρικά. "Έτσι έπρεπε να γίνει". Λάθος. Αν δεχτούμε πως μία ανώτερη δύναμη ορίζει τις ζωές μας, οκ, έτσι έπρεπε να γίνει. Αλλά αν ορίζουμε εμείς τις ζωές μας με τις πράξεις μας μήπως δεν θα έπρεπε να έχουμε απωθημένα;

Ας πάρουμε για παράδειγμα κάτι απλό: μία πρόταση που δεν ειπώθηκε, μία κίνηση που δεν έγινε. Περνάμε ώρες ολόκληρες σκεπτόμενοι "και αν;". "Αν είχα πει;". "Αν είχα κάνει;" Ε μην το σκέφτεσαι! Κάντο! Ποιό είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί; Να μην έχει την επιθυμητή κατάληξη. Ε και; Τί είναι προτιμότερο; να ξέρεις από νωρίς κι ας μην είναι αυτό που επιθυμούσες, ή να καις την ζωή σου με το να αναρωτιέσαι;

Μην το σκέφτεσαι. Just do it!

Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Beethoven's love letters

July 6, in the morning

My angel, my all, my very self - Only a few words today and at that with pencil (with yours) - Not till tomorrow will my lodgings be definitely determined upon - what a useless waste of time - Why this deep sorrow when necessity speaks - can our love endure except through sacrifices, through not demanding everything from one another; can you change the fact that you are not wholly mine, I not wholly thine - Oh God, look out into the beauties of nature and comfort your heart with that which must be - Love demands everything and that very justly - thus it is to me with you, and to your with me. But you forget so easily that I must live for me and for you; if we were wholly united you would feel the pain of it as little as I - My journey was a fearful one; I did not reach here until 4 o'clock yesterday morning. Lacking horses the post-coach chose another route, but what an awful one; at the stage before the last I was warned not to travel at night; I was made fearful of a forest, but that only made me the more eager - and I was wrong. The coach must needs break down on the wretched road, a bottomless mud road. Without such postilions as I had with me I should have remained stuck in the road. Esterhazy, traveling the usual road here, had the same fate with eight horses that I had with four - Yet I got some pleasure out of it, as I always do when I successfully overcome difficulties - Now a quick change to things internal from things external. We shall surely see each other soon; moreover, today I cannot share with you the thoughts I have had during these last few days touching my own life - If our hearts were always close together, I would have none of these. My heart is full of so many things to say to you - ah - there are moments when I feel that speech amounts to nothing at all - Cheer up - remain my true, my only treasure, my all as I am yours. The gods must send us the rest, what for us must and shall be -

Your faithful LUDWIG.


Evening, Monday, July 6

You are suffering, my dearest creature - only now have I learned that letters must be posted very early in the morning on Mondays to Thursdays - the only days on which the mail-coach goes from here to K. - You are suffering - Ah, wherever I am, there you are also - I will arrange it with you and me that I can live with you. What a life!!! thus!!! without you - pursued by the goodness of mankind hither and thither - which I as little want to deserve as I deserve it - Humility of man towards man - it pains me - and when I consider myself in relation to the universe, what am I and what is He - whom we call the greatest - and yet - herein lies the divine in man - I weep when I reflect that you will probably not receive the first report from me until Saturday - Much as you love me - I love you more - But do not ever conceal yourself from me - good night - As I am taking the baths I must go to bed - Oh God - so near! so far! Is not our love truly a heavenly structure, and also as firm as the vault of heaven? 



Good morning, on July 7

Though still in bed, my thoughts go out to you, my Immortal Beloved, now and then joyfully, then sadly, waiting to learn whether or not fate will hear us - I can live only wholly with you or not at all - Yes, I am resolved to wander so long away from you until I can fly to your arms and say that I am really at home with you, and can send my soul enwrapped in you into the land of spirits - Yes, unhappily it must be so - You will be the more contained since you know my fidelity to you. No one else can ever possess my heart - never - never - Oh God, why must one be parted from one whom one so loves. And yet my life in V is now a wretched life - Your love makes me at once the happiest and the unhappiest of men - At my age I need a steady, quiet life - can that be so in our connection? My angel, I have just been told that the mailcoach goes every day - therefore I must close at once so that you may receive the letter at once - Be calm, only by a calm consideration of our existence can we achieve our purpose to live together - Be calm - love me - today - yesterday - what tearful longings for you - you - you - my life - my all - farewell. Oh continue to love me - never misjudge the most faithful heart of your beloved.

ever thine
ever mine
ever ours


Πέμπτη 5 Ιουλίου 2012

Η αρρώστια του νέου Millenium

Είναι ένας από τους πολλούς χαρακτηρισμούς που έχει δώσει η επιστημονική κοινότητα για την κατάθλιψη. 


Κατάθλιψη ονομάζουμε μία ψυχική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διαταραχή της συναισθηματικής διάθεσης, με συναισθήματα μοναξιάς, απόγνωσης, απελπισίας, χαμηλής αυτοεκτίμησης. Εναλλακτικά ο όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την προαναφερθείσα διαταραχή στην συναισθηματική διάθεση, οπότε μιλούμε για ένα κλινικό σύνδρομο που μπορεί να εμφανισθεί πρωτογενώς ή δευτερογενώς σαν επιπλοκή πλήθους ψυχικών και σωματικών διαταραχών, άλλοτε για να δηλώσει το σύμπτωμα της κατάθλιψης (δηλαδή το αρνητικό συναίσθημα) και άλλοτε την συναισθηματική διαταραχή η οποία μπορεί να είναι ένα καταθλιπτικό επεισόδιο στα πλαίσια Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής, Διπολικής Διαταραχής, Δυσθυμίας, Κυκλοθυμίας, είτε οφειλόμενο σε μία Γενική Ιατρική Κατάσταση, ή Διαταραχή σχετιζόμενη με ουσίες.




Τα αίτια πολλά. Η ένδεια, τα συναισθηματικά αδιέξοδα, οι ερωτικές απογοητεύσεις, η ανθρώπινη απώλεια κ.α. Το φαινόμενο έχει γίνει πιο έντονο τα τελευταία χρόνια λόγω της οικονομικής κρίσης και διαρκώς αυξάνονται οι ασθενείς. Γιατί περί ασθενών πρόκειται. 

Το πρώτο βήμα που πρέπει να γίνει είναι να καταλάβει ο ίδιος ο ασθενής ότι νοσεί. Πράγμα δύσκολο γιατί α) πολλοί δεν θέλουν να το παραδεχτούν και β) νομίζουν ότι είναι μια στεναχώρια που θα περάσει. Εξάλλου, υπάρχει ακόμη η επαρχιώτικη αντίληψη πως η αρρώστια είναι ντροπή. Για να γιατρευτεί ο ασθενής θα πρέπει να αφήσει τέτοιες αντιλήψεις πίσω. 

Άπαξ και ο ασθενής παραδεχτεί πως έχει πρόβλημα, αναζητά άμεσα βοήθεια. Η βοήθεια αυτή δεν είναι πάντα ιατρική, όπως εσφαλμένα θεωρούν πολλοί. Εξαρτάται από την έκταση της αρρώστιας και την ψυχική δύναμη του ασθενούς. Αν, για παράδειγμα, κάποιος που έχει αναγνωρίσει το πρόβλημά του και έχει το σθένος να ψάξει μόνος του να βρει τί φταίει, δεν χρειάζεται να καταφύγει σε ιατρική βοήθεια. Αν, όμως, αδυνατεί από μόνος του, τότε η επιστημονική αρωγή είναι απαραίτητη. 

Ο ψυχολόγος (ή ο ψυχίατρος), βοηθάει, μέσω της κουβέντας, να ανακαλύψει ο ασθενής τί είναι αυτό που τον έχει φέρει σε αυτό το τέλμα και να βρει λύσεις από μόνος του. Δεν δίνει έτοιμη την λύση, γιατί κάτι τέτοιο απλά θα ανακούφιζε προσωρινά τον ασθενή και βραχυπρόθεσμα θα τον έφερνε στο ίδιο σημείο.

Η διαφορά ψυχολόγου-ψυχιάτρου είναι πως ο τελευταίος μπορεί να συνταγογραφεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται η χρήση φαρμάκων για την  καταπράυνση των συμπτωμάτων. Τα κυριότερα εξ αυτών είναι οι κρίσεις πανικού, η ατελείωτη μελαγχολία, τα ξαφνικά ξεσπάσματα σε δάκρυα κ.ο.κ. Τα φάρμακα αυτά-το κυριότερο συστατικό των οποίων είναι η ορμόνη σερετονίνη-βοηθάνε τον ασθενή να χαλιναγωγήσει τα συναισθήματα του, ώστε να μπορέσει να επικεντρωθεί στην θεραπεία της κατάθλιψης. Υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη πως όσοι παίρνουν αντικαταθλιπτικά είναι τρελοί. Περιττό να γράψω πόσο λάθος είναι. Η κατάθλιψη είναι μία ακόμη αρρώστια η οποία απλά "χτυπάει" τα συναισθήματα και όχι κάποιο ζωτικό όργανο.

Κάτι ακόμη σχετικά με τον ασθενή: ο ίδιος νομίζει πως αυτό που νιώθει εξωτερικεύεται στις κινήσεις του, στο πρόσωπο του, στις αντιδράσεις του. Δεν είναι έτσι. Οι γύρω του δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτα. Όταν, λοιπόν, ο κοινωνικός κύκλος του ασθενή ενημερώνεται από τον ίδιο πως νοσεί, θα πρέπει να δείξει την ανάλογη φροντίδα, συμπαράσταση, κατανόηση που θα έδειχνε αν του ανακοίνωνε πως έχει αρρωστήσει από "κάτι" που είναι άμεσα αντιληπτό, όπως η γρίπη. Γιατί ο καταθλιπτικός φοβάται. Φοβάται ότι δεν τον καταλαβαίνουν, ότι δεν τον νιώθουν, ότι δεν υπάρχει θεραπεία. 

Υπάρχει θεραπεία. Μπορεί σε κάποιους ασθενείς να χρειαστεί περισσότερος χρόνος, αλλά είναι στο χέρι τους να γιατρευτούν πλήρως. Χρειάζεται υπομονή και μεγάλη πάλη με τον εαυτό τους. Γιατί, όπως και να το κάνεις, όταν ανακαλύπτεις πως κρύβεις άλλες δυνάμεις μέσα σου, ένα σοκ το παθαίνεις!

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

High Hopes

Τις προάλλες είχα μία απολαυστική κουβέντα με τον κολλητό μου. Μεσημέρι, ζέστη, μπύρα, ό,τι πρέπει για φιλοσοφίες. Όχι δεν θα αναφερθώ αυτή τη φορά για το πόσο απολαμβάνω τις στιγμές με τους φίλους μου. Θα παραθέσω κάποια ενδιαφέροντα συμπεράσματα που βγήκαν από αυτή την χαλαρή κουβεντούλα.

Το κύριο θέμα κατέληξε να είναι οι απαιτήσεις που έχουμε από τους άλλους, είτε αυτοί είναι οικογένεια, είτε φίλοι. Δεν μιλήσαμε για τον επαγγελματικό χώρο, αλλά φαντάζομαι πως τα συμπεράσματα δεν θα απέχουν πολύ. Οι σχέσεις είναι δούναι και λαβείν, αλλά ό,τι δίνεις, παίρνεις. Δίνεις αγάπη, παίρνεις αγάπη. Δίνεις ξινίλα, παίρνεις αδιαφορία. Το πρόβλημα που έχουμε ορισμένοι εξ'υμών είναι η απαίτηση να πάρουμε οπωσδήποτε από την στιγμή που δώσαμε. Δεν πάει έτσι. Όταν δίνεις κάτι, το κάνεις με την θέληση σου και όχι επειδή περιμένεις αντάλλαγμα. Και αν δεν πάρεις κάτι πίσω, απλά προσπερνάς και δεν ξαναδίνεις. Σωστά;



Είμαστε, άραγε, σε θέση όσο μεγαλώνουμε να ανεχόμαστε συμπεριφορές που δεν μας ταιριάζουν; και αν ναι, έως ποιό σημείο;

Καταλήξαμε πως υπάρχει το σημείο ταβάνι: εκεί που η κακή, θλιβερή, μελαγχολική κ.ο.κ. συμπεριφορά του άλλου, αρχίζει πλέον και μας ξεπερνάει. Λαμβάνοντας ως δεδομένο πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε εκ γενετής καλοί, ξεκινάμε να ερμηνεύσουμε την αρνητική αυτή συμπεριφορά. Αλλά όταν ο άνθρωπος απέναντι μας δεν δείχνει διάθεση να αλλάξει αυτό που είναι ορατό σε όλους, τότε φεύγουμε. Δεν παρατάμε τον άλλο, απλά δεν λύνουμε το πρόβλημα για αυτόν.

Στην τελική, η ζωή μας είναι μικρή για τόσο προβληματισμό. Κρατάμε δίπλα μας αυτούς που μας χαρίζουν απλόχερα χαμόγελα και ανεβάζουν την διάθεση και διώχνουμε μακριά ό,τι αρνητικό. Καλό θα είναι κάθε άνθρωπος που νιώθει να φεύγουν οι άνθρωποι από δίπλα του να μην μεμψιμοιρεί, αλλά να αναρωτιέται γιατί γίνεται αυτό. Νόμος της φύσης: δεν φταίνε οι 100, φταίει ο ένας.

Δεν απαιτούμε, προσφέρουμε. Τότε, αποδεδειγμένα, θα πάρουμε πίσω.

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Περί πόνου...

Μία από τις πιο δύσκολες καταστάσεις που έχει κάποιος να αντιμετωπίσει στην ζωή του, είναι να βλέπει έναν άνθρωπο δικό του να σβήνει σιγά-σιγά και να μην μπορεί να τον βοηθήσει. Λένε πως σε τέτοιες περιπτώσεις αυτός που το βιώνει φεύγει, αλλά αυτός που μένει βγαίνει πιο δυνατός. Αυτό το τελευταίο θα το ασπαστώ.

Γνωρίζοντας από κοντά τον καρκίνο (γνωστό και ως "παλιοαρρώστεια"), μαθαίνεις νέες λέξεις όπως χολεριθρίνη ή τις επιπτώσεις που έχει το χαμηλό νάτριο, κάλιο κλπ στον οργανισμό ή πως η μορφίνη δεν είναι πάντα αρκετή.

Στην αρχή βλέπεις την κούραση να μεγαλώνει. Μετά το δέρμα να αλλάζει. Να γίνεται σαθρό, κίτρινο. Και μετά έρχεται η απελπισία στα μάτια του ανθρώπου σου: "γιατί εγώ; τί έκανα λάθος;" Από τις πιο άβολες στιγμές είναι όταν πρέπει να απαντήσεις στην ερώτηση που σου κάνει: "θα πεθάνω;"

Και μετά φτάνει ο πόνος...ο ατελείωτος πόνος. Ο πόνος που δεν καταπραΰνει κανένα φάρμακο, κανένα αναλγητικό, καμία μορφίνη. Κι εσύ στέκεσαι εκεί να κοιτάς χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα! Δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα. Να βλέπεις τον άνθρωπο που λατρεύεις να σφαδάζει από τους πόνους και να είσαι τόσο ανήμπορος, να μην μπορείς να κάνεις κάτι. Κι εκείνος να σε κοιτάζει εκλιπαρώντας. 

Φαντάζομαι πως οι περισσότεροι ασθενείς αυτές τις στιγμές παρακαλάνε να πεθάνουν για να ανακουφιστούν. Ξέρω και πως πολλοί από εμάς το κάνουν, μην μπορώντας να βοηθήσουν σε αυτό το μαρτύριο. Εγώ δεν το έκανα γιατί είμαι εγωίστρια. Όχι,δεν ήθελα να βλέπω κανένα να πονάει, απλά δεν ήθελα να τον χάσω.

Και μετά φεύγει. Ο πόνος μετατίθεται σε σένα τώρα, στην καρδιά σου. Και αφήνεις να τον χρόνο να σε βοηθήσει, να σε γιατρέψει. Δεν ξέρω πού πάνε οι άνθρωποι όταν φεύγουν από εδώ. Εύχομαι, όμως, εκεί που πάνε να μην πονάνε...