Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

20 Δεκεμβρίου 2011. Ώρα 17:20

Όπως κάθε μέρα έτσι κι εκείνη ξεκινήσαμε με τον αδερφό μου την ίδια διαδρομή από τα Πατήσια για να καταλήξουμε στο Σισμανόγλειο. Κατεβήκαμε στο υπόγειο όπου είναι η εντατική και περιμέναμε μαζί με τους υπόλοιπους συγγενείς να μας φωνάξουν έναν-έναν για να δούμε τους δικούς μας ανθρώπους. 

Είχαμε φτάσει στην 72η μέρα νοσηλείας στην εντατική, οπότε η διαδικασία μας ήταν γνωστή.  Μας φώναζαν τέταρτους κατά σειρά, έμπαινε, συνήθως, πρώτος ο αδερφός μου και μετά εγώ. Φορούσαμε την ποδιά, μία μάσκα και βάζαμε αντισηπτικό στα χέρια. Και μετά πηγαίναμε στο δωμάτιο της μαμάς. 

Εκείνη την ημέρα μας φώναξαν πρώτους και μας είπε η νοσοκόμα να μπούμε μαζί. Αυτή η αλλαγή από τα συνηθισμένα μας έκοψε τα πόδια και καταλάβαμε πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Όσο βάζαμε τις ποδιές μας είπε πως η κατάσταση της μαμάς χειροτέρεψε από τα ξημερώματα. Δεν θυμάμαι αν η γυναίκα μας είπε και κάτι άλλο, γιατί έτρεξα στο δωμάτιο της μαμάς. Είχαν ρίξει το κρεβάτι της να είναι στην ευθεία. 

Η καθημερινή της εικόνα σκληρή: σωληνάκια σε όλο το σώμα, καθετήρες, σωλήνας τραχειοστομίας, αναπνευστήρας, τα μαλλιά της αραιωμένα, ειδικά παπούτσια στα πόδια για τις κατακλύσεις, πρησμένη από τα φάρμακα, ταλαιπωρημένη όσο δεν παίρνει. Τα χεράκια της στο πλάι με μηχανήματα που ήλεγχαν παλμούς και οξυγόνο. Μόνο που αυτή την φορά ήταν μισοβυθισμένη. 

Τα ματάκια της μισόκλειστα. Θυμάμαι πως κάθε φορά που είχε ανοιχτά τα μάτια και μας αναγνώριζε πετούσαμε στα ουράνια. Όχι αυτή την φορά, όμως. Το σώμα της όλο είχε πρηστεί. Το πρόσωπο της ήταν κόκκινο. Το μηχάνημα που της έριχνε την ντοπαμίνη βάραγε δυνατά, δεν έπαιρνε άλλο. Ο αδερφός μου δεν άντεξε να μείνει πολύ. Έγω έμεινα μέχρι να με διώξουν. Της χάιδευα το πρόσωπο, τα λιγοστά μαλλιά, τα χέρια της, την αγκάλιαζα απαλά να μην την πονέσω. Ήρθε μέσα μία άλλη νοσοκόμα, κάθισε δίπλα μου, με πήρε αγκαλιά και μου είπε πως η μαμά μου έχει ταλαιπωρηθεί αρκετά όλο αυτό τον καιρό και πρέπει να ξεκουραστεί, να πάει στον μπαμπά μου. Και να φροντίσω να φτιάξω την ζωή μου, για να με βλέπει από εκεί ψηλά και να με καμαρώνει. 

Γυρίσαμε σπίτι κομμάτια. Πήρα αγκαλιά την Μπέλλα και περίμενα να ξημερώσει η μέρα για να ξαναπάω στο νοσοκομείο και να μου πουν ότι ανέκαμψε και είναι καλύτερα. Το απόγευμα μιλούσα με την κουμπάρα μου στο τηλέφωνο όταν με πήρε ο αδερφός μου και μου είπε "Τζένη έρχομαι να σε πάρω". Δεν θυμάμαι πολλά. Θυμάμαι, όμως, ότι ούρλιαζα τόσο πολύ, μέχρι που έκλεισε ο λαιμός μου. Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ζήτησα να δω την μαμά μου, αλλά μου είπαν "καλύτερα όχι, μην την δεις σε αυτή την κατάσταση". Εκεί τρελάθηκα.

Και εκεί  τελείωσαν όλα. Η επόμενη εικόνα είναι στην κηδεία. Ένα χρόνο μετά δεν μπορώ να θυμηθώ την μαμά μου να γελάει. Έχοντας βιώσει και τον θάνατο του μπαμπά μου, ξέρω πως αυτό θα πάρει καιρό. Αλλά ο πόνος του αποχωρισμού δεν περιγράφεται με λόγια.


Μαμά μου, αγαπημένη μου βασίλισσα, λείπεις από όλες τις στιγμές της ζωής μου. Άραγε μας βλέπετε εκεί που είστε; πονάτε; ή είστε καλά και χαμογελαστοί;
 

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Enough with the klapsomouniassis

Άλλη μία φορά πήγα σε ντέρμπι μαζί με το παρεάκι μου και πέρασα σούπερ! Γίναμε μούσκεμα, κρυώναμε, αλλά είχαμε κέφια και δικαιωθήκαμε. Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός 2-2 σε έναν πολύ ωραίο αγώνα, που άφησε εμάς τα βαζελάκια ευχαριστημένους, αν και απογοητευμένους, γιατί-κατά γενική ομολογία-αξίζαμε την νίκη.

Καταρχάς είδαμε ένα πολύ ωραίο ματσάκι, με την μπάλα πάνω-κάτω, με φάσεις και χωρίς παρατράγουδα. Είδα έναν Παναθηναϊκό να παίζει μπάλα-επιτέλους-φέτος. Ωραίες εναλλαγές, passing game,  δημιουργία φάσεων, μια χαρά για το υλικό που έχει. Είδα ένα Μαυρία να κάνει άλωση στην δεξιά πλευρά και να ανακηρύσσεται, δικαίως, man of the match. Είδα ένα Ζέκα να τρέχει για 90' ασταμάτητα. Είδα ένα Βιτόλο να κόβει και να μαρκάρει. Είδα ένα Χριστοδουλόπουλο, απλά. Είδα, γενικώς, ένα ωραίο σύνολο που είχα καιρό να δω. 



Γυρίζω σπίτι, ακούω και διαβάζω τα σχόλια των γραφικών γαύρων: "σας αφήσαμε να παίξετε". Γιατί ρε φίλε; μπήκες στο κλίμα των γιορτών και είπες να κάνεις αγαθοεργία; γιατί δεν λες ότι σε είχαν κλείσει και δεν μπορούσες να παίξεις; άλλο αγώνα έβλεπες; 2 λάθη κάναμε, 2 γκολ βάλατε! Πόσο λίγος είσαι και πόσο άθλιο είναι να το λες αυτό για την ομάδα σου; παίζεις από την έναρξη του πρωταθλήματος χωρίς αντίπαλο, είσαι μπροστά κάτι χιλιόμετρα και κάθεσαι και λες αυτό; σοβαρέψου φίλε Ολυμπιακέ. Πολύ υποτιμητικό. Με τους παίκτες που καυχιέσαι ότι έχεις, θα έπρεπε να μας είχες ρίξει 4 και όχι να σου έχει κοπή η αναπνοή στα τελευταία 20'!

Και εν κατακλείδι: δεν χαρήκαμε με την ισοπαλία. Με το παιχνίδι της ομάδας μας χαρήκαμε. Δεν θα ασχοληθώ με το αν είχε έρθει ο Ρότσα πιο νωρίς, πώς θα παίζαμε τώρα μπάλα. Μην ξεχνάμε πως ο γέρος Φερέϊρα μας κράτησε πέρυσι. Αλλά σίγουρα ο Μπουμπλής δείχνει να ξέρει καλύτερα πως να εκμεταλλευτεί το δυναμικό που έχει. Και καλό είναι να δώσει ευκαιρίες σε όλα τα παιδιά από τα τσικό. Η κίνηση του Μαυρία στο κόρνερ που ξεσήκωσε τους οπαδούς, δείχνει παιδί με ψυχή που γουστάρει να παίζει μπαλίτσα. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι.


Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Αναμνήσεις ενός άλλου Δεκέμβρη

Θυμάμαι πως κι εκείνη την ημέρα, όπως και όλες όσες προηγήθηκαν-αλλά και όσες θα ακολουθούσαν-είχαμε πάρα πολλή δουλειά. Δεν φεύγαμε από το γραφείο πριν τα μεσάνυχτα. Στην τσίτα όλοι. Πολύ άγχος, πολύ τρέξιμο. Λίγο φαγητό, καθόλου ξεκούραση. 

Τα γραφεία μας έβλεπαν στην Λ.Αλεξάνδρας, χαμηλά, απέναντι από το Πεδίον Άρεως. Μετά τις 17.00 επικρατούσε ηρεμία και ακουγόντουσαν μόνο τα αυτοκίνητα. Είχε βραδιάσει όταν ξαφνικά ακούσαμε φασαρίες. Μετά ακούσαμε εκρήξεις. Μολότοφ. Τζάμια να σπάζουν. Ομαδικά συνθήματα με βροντερές φωνές. Πήγαμε κοντά στα παράθυρα να δούμε τί γίνεται. Η νύχτα είχε γίνει μέρα από τις φωτιές που άναβαν στα καταστήματα. Οι "αναρχικοί" ανέβαιναν σιγά-σιγά την Αλεξάνδρας και πέταγαν μολότοφ σε όλα τα μαγαζιά, επιχειρήσεις κλπ. 

Ήμασταν 5 άτομα μέσα στο κτίριο και ομολογώ πως αρχίσαμε να φοβόμαστε. "Πώς θα φύγουμε από εδώ;" ρωτούσαμε ο ένας τον άλλο. Είχαμε και πινακίδα πρόκληση στην είσοδο του κτιρίου. Την μία λέγαμε να σβήσουμε τα φώτα, για να μην φαινόμαστε μέσα. Από την άλλη, όμως, όσα μαγαζιά έκαιγαν, ήταν κλειστά εκείνη την ώρα, οπότε αποφασίσαμε να αφήσουμε τα φώτα ανοιχτά και ο Θεός βοηθός. Η πιο μικρή από τους συνεργάτες με ρωτούσε πώς θα πάμε στα σπίτια μας. Δεν ήξερα...

Χαζεύαμε για 2 ώρες περίπου τα δρώμενα στην λεωφόρο. Είχαμε σταματήσει την δουλειά, φυσικά, και ακούγαμε ραδιόφωνο για να μάθουμε τί ακριβώς γινόταν. Κάτσαμε και κάναμε δρομολόγια για τις πιθανές διεξόδους από την Αλεξάνδρας. Ο κάθε ένας πήρε την δική του διαδρομή και με φόβο βγήκαμε από το κτίριο. Η ατμόσφαιρα ήταν το λιγότερο αποπνικτική. Τελικά φτάσαμε περπατώντας στα σπίτι μας και με πολύ αγωνία, αν θα φάμε καμιά ξώφαλτση. 

Την επόμενη μέρα πήγαμε στο γραφείο. Η Αλεξάνδρας έμοιαζε με κρανίου τόπος, όπως αναμενόταν. Καταστροφές παντού. Σε περιουσίες ανθρώπων που δεν έφταιγαν. Καταστήματα, αυτοκίνητα, ακόμη και σπίτια! Σπασμένα τζάμια, μαυρίλα παντού, άθλια εικόνα. Το βράδι πάλι δουλεύαμε, πάλι τα ίδια. Φασαρίες, φωτιές, ταραχές. Για να μην τα πολυλογώ αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για λίγες μέρες ακόμη, κι έμεινε στην σύγχρονη ιστορία της Ελλάδα ως τα Δεκεβριανά.

Εγώ δεν θυμάμαι κανένα Αλέξη, γιατί κανένα παιδί δεν θα προκαλούσε τόσο χάος. Μου έχει μείνει ο τρόμος στα μάτια όλων όσων έκαναν το λάθος να βρίσκονται εκεί γύρω. Μου έχει μείνει η απίστευτη καταστροφή της Αθήνας και η πανυγηρική επανάληψη της κάθε χρόνο. Το να διαλύεις την ζωή των άλλων, δεν είναι μνημόσυνο για ένα παιδί που σκοτώθηκε από ένα μπάτσο. Είναι μια αφορμή για να τα κάνεις μπάχαλο.

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Βροχή και σήμερα

Εμένα μου αρέσει η βροχή. Δεν ξέρω....ο ήχος της, η αίσθηση που αφήνει στο πρόσωπο όταν πέφτει...δεν ξέρω....κάτι είναι. Για άλλους είναι ρομαντικό να την χαζεύεις αγκαλιά με τον άνθρωπό σου, για άλλους είναι σπαστικό όταν έχουν να κάνουν δουλειές έξω και γυρνάνε στο σπίτι τους μούσκεμα. Για εμένα είναι μια μαγεία που προσφέρει η φύση.

Εντάξει, δεν μου προκαλεί και ευφορία, αλλά μου αρέσει να την γεύομαι, να την νιώθω, να την χαζεύω, να την ακούω. Σαν κάθαρση, ένα πράγμα. Σαν να νιώθεις πως αποβάλλονται όλες οι κακές σκέψεις, όλα τα άσχημα συναισθήματα, φεύγουν οι στεναχώριες. Γιατί ξέρεις πως μετά βγαίνει πάντα το ουράνιο τόξο.

Είναι και αυτή η μυρωδιά του φρεσκονοτισμένου χώματος...μαστούρα! Και η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή μετά, που νιώθεις να αναπνέεις κύματα οξυγόνου. Για εμάς τουλάχιστον που ζούμε στην Αθήνα, φαντάζομαι πως κάπως έτσι είναι.

Η μοναδική στιγμή που μίσησα την βροχή ήταν στην κηδεία της μαμάς μου. Έβρεχε ακατάπαυστα, πράγμα που έκανε πιο έντονη την στεναχώρια μου. Μου πήρε καιρό να την αγαπήσω ξανά, γιατί κάθε φορά που έβρεχε ερχόταν η ίδια εικόνα....η μαμά εκεί....


Βρέχει σήμερα και μου φέρνει μια γλυκιά μελαγχολία στην ψυχή. Και θέλω να σταθώ έξω με τα χέρια ανοιχτά και το κεφάλι να κοιτάζει προς τον ουρανό και το νερό να πέφτει επάνω μου....λυτρωτικό. Κάποια πράγματα είναι ωραία να μην τα μοιράζεσαι τελικά.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

Ένα δολάριο και έντεκα σεντς

Ένα κοριτσάκι, πήρε τον κουμπαρά του κι άδειασε το περιεχόμενο. Μέτρησε τρεις φορές τα κέρματα, του για να μην κάνει κανένα λάθος. Ήταν ένα δολάριο και 11 σέντς. Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.

Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του, αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.

- “Τι θέλεις;” την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος.
“Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω”.
Τότε η μικρή του είπε:
- “Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου, που είναι πολύ άρρωστος, και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!“

- “Συγγνώμη”, της απάντησε αυτός,” αλλά δεν πουλάμε θαύματα”.

- “Ξέρετε, είπε το κοριτσάκι, ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα…” .

Ο αδελφός του φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση, ρώτησε την μικρή τι είδους θαύμα χρειαζόταν ο αδελφός της.

- “Δεν ξέρω”, του απάντησε με μάτια βουρκωμένα.
“Εκείνο που ξέρω είναι, ότι χρειάζεται εγχείρηση και ο μπαμπάς δεν έχει τα χρήματα. Γι’ αυτό, θέλω να πληρώσω εγώ, με τα δικά μου χρήματα”.

Στην ερώτηση του καλοντυμένου κυρίου, πόσα λεπτά έχει.
Η μικρή του απάντησε: «Ένα δολάριο και 11 σέντς, κι αν χρειασθούν και άλλα θα τα βρω».

-” Τι σύμπτωση”, χαμογέλασε ο καλοντυμένος κύριος.
“Είναι το ακριβές αντίτιμο για ένα θαύμα, για ένα μικρό αδελφό. Ένα δολάριο και 11 σεντς!“

Πήρε τα λεπτά, έπιασε την μικρή απ’ το χεράκι, και της είπε: «Πάμε μαζί στο σπίτι σου για να δω τον αδελφό σου και τους γονείς σου και να κάνουμε το θαύμα».

Ο καλοντυμένος κύριος ήταν ο Κάρτον Άρσμποργκ, ο γνωστός νευροχειρουργός.
Η εγχείρηση έγινε με επιτυχία και ο μικρός αδελφός επέστρεψε στο σπίτι του υγιής.
- “Η εγχείρηση ήταν ένα αληθινό θαύμα”, ψιθύρισε η μαμά.
“Απορώ πόσο θα κόστισε”.

Η μικρούλα χαμογέλασε. Ήξερε ακριβώς πόσο κοστίζει ένα θαύμα: «ένα δολάριο και 11 σέντς, συν την πίστη ενός μικρού παιδιού…

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν το φλερτ

Κάποτε υπήρχε ένα στέκι. Μαζευόντουσαν οι παρέες, έπινα τα ποτά τους, συζητούσαν, γελούσαν. Πέρναγαν καλά. Και ξεκινούσε το παιχνίδι. Αντάλλασσαν ματιές και χαμόγελα με την διπλανή παρέα, πλησίαζαν πιο κοντά, φλέρταραν για ώρα και λίγο πριν το τέλος της βραδιάς, ο άντρας έκανε την κίνηση και ζητούσε το τηλέφωνο της κοπέλας. Για να την πάρει τηλέφωνο να ξαναβρεθούν. Και ξαναβρισκόντουσαν και τα βράδια μίλαγαν στο τηλέφωνο, για να ακούσουν ο ένας την φωνή του άλλου και να κοιμηθούν με μία ωραία ανάμνηση μέχρι να ξαναβρεθούν.

Τέλη 2012
Facebook, twitter. Χιλιάδες φίλοι και followers. Βάζεις μία ωραία φωτογραφία, βροχή οι προτάσεις. Περνάμε στο παρασύνθημα με συνοπτικές διαδικασίες: "πότε θα σε δω;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. Ραντεβού στα τυφλά. Άντε και βγήκες. Και πέρασες ωραία. Και η παρόρμηση σου να βρεθείς με έναν άγνωστο, ήταν ανώδυνη. Και λέτε να ξαναβρεθείτε. Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. PM ή DM. 

Μην τα πολυλογούμε, πηδιέστε. Μια χαρά το σεξ, όλα καλά. Και εκεί που λες "έχουμε ενώσει τα κορμιά μας, περνάμε καλά, λογικά πάει νορμάλ το πράγμα", δέχεσαι PM ή DM: "πέρασα πολύ όμορφα μωρό μου. Θα σε ξαναδώ;". Κανένα τηλέφωνο. Καμία φωνή. 

Θα σου στείλει λουλούδια...σε ηλεκτρονική κάρτα. Θα ομολογήσει τον έρωτα του με ένα post. Θα χαίρεται να σε βλέπει σε φωτογραφίες. 
Αλλά θα είναι κουρασμένος για να βγείτε. Αφού θα τα πείτε "μέσα" μωρέ!

Μήπως το χάσαμε το παιχνίδι; τί έγινε; είναι θέμα θάρρους; διάθεσης; ανασφάλειας; τί είναι και έχει χαθεί η μαγεία του φλερτ; Πόσο ψεύτικο φαντάζει....


 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Τούρτα γενεθλίων

Την τούρτα αυτή μου την έμαθε να την φτιάχνω η μαμά μου και έχει τόση επιτυχία που την φτιάχνω σε όλων των γνωστών μου τα γενέθλια. Είναι τρομερά εύκολη!

Υλικά (για μία μεγάλη πιατέλα):

-50 μπισκότα σαβουαγιάρ (αν βρείτε από ζαχαροπλαστείο, ακόμη καλύτερα)
-125γρ. κουβερτούρα (1 πλάκα)
-1 κουτί κακάο
-1 κουτί ζαχαρούχο γάλα
-1 κουτί σαντιγύ Morfat
-1 κουτί γάλα εβαπορέ
-λίγο κονιάκ
-τρούφα για την διακόσμηση

Εκτέλεση:

Λιώνουμε την κουβερτούρα σε μπεν-μαρί προσθέτωντας μισό κουταλάκι του γλυκού βούτυρο. Το αφήνουμε στην άκρη. Χτυπάμε  σε ένα μπωλ με το μίξερ χειρός την σαντιγύ με το ζαχαρούχο γάλα, μέχρι να γίνουν ενιαίο μείγμα. Προσθέτουμε την λιωμένη κουβερτούρα και ανακατεύουμε με την σπάτουλα. Προσθέτουμε το κακάο, αναλόγως πόσο σοκολατένια θέλουμε να βγει η τούρτα μας. Προσοχή: όσο περισσότερο κακάο βάζουμε τόσο πιο "σκληρή" γίνεται η κρέμα και απλώνεται δυσκολότερα στο τέλος. Βάζουμε το μείγμα στο ψυγείο να σφίξει.
Σε ένα μπωλ βάζουμε το εβαπορέ με χλιαρό νερό και προσθέτουμε λίγες σταγόνες κονιάκ. Μουλιάζουμε τα σαβουαγιάρ για λίγα δευτερόλεπτα. Θέλουμε μόνο να μαλακώσουν, όχι να σπάσουν. Βάζουμε μία στρώση στην πιατέλα μας, περίπου τα μισά. Βγάζουμε από το ψυγείο το μείγμα και ρίχνουμε το μισό πάνω από τα σαβουαγιάρ. Στρώνουμε ομοιόμορφα με μία σπάτουλα. Βάζουμε άλλη μία στρώση σαβουαγιάρ κατά τον ίδιο τρόπο και από πάνω την υπόλοιπη κρέμα. Στολίζουμε με τρούφα και βάζουμε την τούρτα στο ψυγείο.

Καλή επιτυχία!

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012

Μυρωδιές και γεύσεις

Πόσο όμορφες είναι οι πρώτες μέρες μιας νέας σχέσης! Άπαξ και γίνει το πρώτο βήμα, ακολουθούν τα υπόλοιπα:

-περιμένεις πότε θα χτυπήσει το τηλέφωνο για να ακούσεις την φωνή του /της

-αγαπάς την μυρωδιά του/της και την αποθηκεύεις στην μνήμη σου, σαν τα σκυλιά, για να την θυμάσαι όταν θα βρίσκεται μακριά σου

-όταν τον/την συναντάς, χτυπάει η καρδιά σου με τρελούς παλμούς

-θέλεις να μοιραστείς τα πάντα μαζί του/της: τον ελεύθερο χρόνο, τις ανησυχίες, τα γέλια, τις παρέες, τα όνειρα

-γεύεσαι κάθε εκατοστό του κορμιού του/της

-στα μάτια σου είναι πανέμορφος/-η

-η φωνή του/της μεθυστική

-τα λεπτά περνάνε βασανιστικά αργά κάθε φορά που θα τον/την συναντήσεις

-ρουφάς κάθε δευτερόλεπτο μαζί του/της, προσπαθώντας να κάνεις τον χρόνο να σταματήσει

Και κάθε, μα κάθε φορά που τον/την αντικρίζεις σε πιάνει λιγούρα!!! Αχ, να κρατούσε για πάντα!

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Δεν είναι αυτή η Αθήνα που αγαπώ

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα. Με μία εξαίρεση κάποιων φοιτητικών μηνών στην Θεσσαλονίκη, την υπολοιπη ζωή μου την έχω περάσει στην πρωτεύουσα. 

Ανέκαθεν μου άρεσε να κάνω βόλτες στο κέντρο της Αθήνας. Να μπερδεύομαι ανάμεσα στο αρχαίο και το σύγχρονο στο Μοναστηράκι, να χαζεύω τις βιτρίνες στην Ερμού, να πίνω καφεδάκι στα Εξάρχεια, να σκοτώνω ώρες ατελείωτες στην "Πολιτεία" με τους εραστές μου, τα βιβλία. Και πάντα έβρισκα μία αφορμή για να πάω και να χωθώ στις γειτονιές του ιστορικού κέντρου. Άλλος κόσμος. Μαγαζάκια που λειτουργούν από τον πόλεμο. Τον Α' Παγκόσμιο. Θυμάμαι που με πήγαινε η μαμά μου να ψωνίσουμε όσπρια, κλωστές, υφάσματα και πολλά, πολλά άλλα. Και έπειτα ήταν εκείνες οι χαλαρωτικές περατζάδες στον Εθνικό Κήπο, το Πεδίον Άρεως...όαση πρασίνου στην τσιμεντούπολη. 



Τον τελευταίο καιρό συνειδητά δεν έχω πάει στο κέντρο και όσες φορές έχω περάσει, ήταν όλες με το αυτοκίνητο. Συνειδητά. Η εικόνα που αντίκρυζα από το παράθυρο με απωθούσε να περπατήσω στα γνώριμα στέκια μου.  Βρωμιά και δυσωδία παντού. Άνθρωποι που δεν είναι σε αρμονία με το περιβάλλον. Και μαζεμένες όλες οι φυλές του Ισραήλ σε παρακμή.

Σήμερα κατέβηκα Πολυτεχνείο με την συγκοινωνία. Το πρώτο-αλλά αναμενόμενο σοκ-ήταν μέσα στο λεωφορείο. Με συγκράτησε το άρωμα μου και δεν ξέρασα. Και τα παράθυρα  κλειστά λόγω κλιματισμού. Κανονικός θάλαμος αερίων. 

Το δεύτερο σοκ ήταν η διαδρομή Πατησίων-Πλατεία Εξαρχείων διασχίζοντας την Στουρνάρα.  Πρεζάκια να μου την πέφτουν από παντού σαν τις μύγες, μπαλατζάροντας από την έλλειψη δόσης, παράνομοι πωλητές τσιγάρων με τα αφεντικά τους να καραδοκούν στην γωνία. Και όλα αυτά έξι η ώρα το απόγευμα. Μέχρι να φτάσω στο ραντεβού μου η καρδιά μου είχε πιάσει 160 παλμούς. Υπερβολή ε; Ο δε δρόμος κατά μήκος ήταν δημόσια ουρητήρια. Οι κάτοικοι και εργαζόμενοι στην γύρω περιοχή το έχουν δεχτεί ως μία πάγια κατάσταση. Αστυνομία ούτε κατά διάνοια. 

Συγγνώμη, αυτή θα είναι τούδε και στο εξής η Αθήνα μου;

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

My sister morphine

Η ιστορία του Τόλη συγκίνησε πολύ κόσμο. Και κυρίως τον κόσμο των social media που δεν τον ήξεραν από κοντά, αλλά τον γνώρισαν μέσω των tweets του. Έγραφε καθημερινά για την μάχη που έδινε με τον καρκίνο, αντιμετωπίζοντας τον με αισιοδοξία και πολύ χιούμορ. Στις τελευταίες αναρτήσεις του έγραφε συχνά μία λέξη: "Πονάω".

Όσοι δεν έχουμε νοσήσει-και επιζήσει-από την αρρώστια του καρκίνου, σίγουρα δε μπορούμε να ξέρουμε για τί πόνο μιλάμε. Αλλά, όλοι έχουμε έναν συγγενή, φίλο, γνωστό που τον έχουμε δει να μάχεται και δυστυχώς τις περισσότερες φορές να καταλήγει. Ούσα μία εξ αυτών, μπορώ να πω πως  οι δυσκολότερες στιγμές που αντιμετώπισα είναι όταν έβλεπα τον άνθρωπο μου να πονάει και να μην μπορώ να κάνω τίποτα. Όσοι το έχετε ζήσει, γνωρίζετε πόσο ανήμπορος νιώθεις, πόσο αδύναμος, πόσο λίγος.

Αναρωτιόμουν πάντα πώς είναι να νιώθεις τόσο πόνο. Τί μπορεί να περνάει από το μυαλό των αρρώστων εκείνη την στιγμή. Αν, όντως, θέλουν να πεθάνουν για να ηρεμήσουν. Κι εγώ εκεί, κάνοντας τον καραγκιόζη, προσπαθώντας να απαλύνω τον πόνο της ψυχής. Για τον άλλο, υπήρχε η μορφίνη. Αλλά και αυτή κάποια στιγμή σταματάει να είναι αρκετή. Και μετά ο πόνος είναι τόσο δυνατός, που ο ασθενής εξαντλείται. Δεν έχει άλλη δύναμη να φωνάξει και παραδίδεται. Ελπίζοντας, ίσως, σε ένα σύντομο τέλος;

Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν πήγαινα να αγκαλιάσω τον μπαμπά μου, κι εκείνος-με όση δύναμη του είχε περισσέψει-με έδιωχνε μακριά γιατί τον πονούσα. Και στεκόμουν εκεί μη μπορώντας να κάνω κάτι, παρά μόνο να συγκρατήσω τα δάκρυα μου για να μην τον διαλύσω και ψυχολογικά. Τότε αντιμετώπιζα την κατάσταση εγωιστικά: δεν ήθελα να πεθάνει, ήθελα να μείνει κοντά μου. Τώρα που έχουν περάσει χρόνια θέλω να πιστεύω πως όπου έχει πάει δεν πονάει και χαμογελάει πάλι. Ο μπαμπάς μου, ο παππούς μου, η γιαγιά μου, ο ψηλός και τόσοι άλλοι.

Μαζί τους τώρα είναι και ο Τόλης. Με την ελπίδα να μην πονάει πια. Και αυτοί που μένουν πίσω; οι γονείς του, η Μαρία του, εμείς όλοι που χάσαμε κάποιον δικό μας από καρκίνο; ζούμε με τις αναμνήσεις των και με ένα αγκάθι στην καρδιά: που δεν ήμασταν ικανοί να τους ανακουφίσουμε τις τελευταίες τους στιγμές στην ζωή.